Η ψυχολογία ενός ψηφοφόρου

Σ’ αυτό κείμενο θα επιχειρήσουμε να περπατήσουμε στα ψυχολογικά μονοπάτια κάποιων κατηγοριών ψηφοφόρων στις προκείμενες εκλογές. To κείμενο αυτό έχει σκοπό να φωτίσει τους ασυνείδητους δρόμους, μέσα από τους οποίους διοχετεύεται ο εκατέρωθεν πολιτικός λόγος και ο εμπρόθετα ψευδής λόγος και για το πώς λειτουργούν οι ψυχικοί υποδοχείς και πως ο άνθρωπος είναι δυνατόν να πείθεται για κάτι χωρίς να το καταλαβαίνει.

Ξεκινάμε με το ψηφοφόρο εκείνον ο οποίος στις προηγούμενες εκλογές ψήφισε ένα κόμμα, που σήμαινε γι’ αυτόν ανανέωση και μια σοβαρή ανατροπή των μοντέλων του παρελθόντος και με κύριο στόχο την ανατροπή του Μνημονίου. Καθώς όμως, ο άνθρωπος αυτός ετοιμάζεται τώρα για τις νέες εκλογές και ξανασκέφτεται, κάτι μέσα του ζητά να επιστρέψει στα προηγούμενα. Αυτός που «ζητά», δηλαδή το μέρος εκείνο του εαυτού του, είναι συνήθως κάτι απροσδιόριστο, ωστόσο ισχυρό και ό λόγος για τον οποίο το «ζητά» του είναι άλλοτε ημισυνειδητός ή ημιασυνείδητος και άλλοτε εντελώς ασυνείδητος με συνειδητές επικαλύψεις, τις οποίες φυσικά δεν εκλαμβάνει ως επικαλύψεις αλλά ως πραγματικότητα. Ένα ανάλογο σκεπτικό ισχύει και γι’ αυτόν ο οποίος δεν ψήφισε στο παρελθόν ένα κόμμα ανανέωσης, το οποίο όμως ενδέχεται να τον ελκύει τώρα. Μολονότι όμως έλκεται από το καινούργιο, ίσως συγχρόνως αισθάνεται κάτι αντίθετο να τον τραβά προς τα πίσω. Άλλοτε ένα είδος οικείας γοητείας, που ασκείται επάνω του, από αυτό που  μέχρι τώρα  πίστευε και συναλλασσόταν.  Άλλοτε πάλι ξυπνούν μέσα του κάποιοι φόβοι ή ίσως κάποια απροσδιοόριστη αντίδραση ψυχολογικής τάξης. Βρισκόμαστε στην περιοχή των βαθύτερων ψυχολογικών δυνάμεων, οι οποίες συχνά δρουν ανεξάρτητα από το αντικειμενικό νόημα των πραγμάτων με μια δική τους δυναμική.

Η αρχή της επανάληψης

Είναι γνωστή η ψυχολογική ανάγκη των ανθρώπων να επιστρέφουν σε απόψεις και συμπεριφορές οι οποίες είναι  οικείες, επαναλαμβανόμενες ή βιούμενες διαρκώς. Όταν η διαρκής επιστροφή αφορά στη συμπεριφορά, τότε στην καθημερινή γλώσσα λέγεται ‘συνήθεια’. Όταν αφορά στο λόγο ή στη σκέψη τότε λέμε ότι «βάζουμε την κασέτα να  παίζει από την αρχή». Στη ψυχαναλυτική γλώσσα ορίζεται ως «αρχή της επανάληψης». Η κατάσταση στην οποία ο άνθρωπος πισωγυρίζει δεν είναι συχνά η καλύτερη, δεν την θεωρεί ο ίδιος σαν την καλύτερη, δεν είναι η περισσότερο ευχάριστη και συχνά μπορεί να είναι επώδυνη. Με άλλα λόγια η επιστροφή στο παλαιό δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με το καλό των πραγμάτων.

Η ανάγκη της επανάληψης  ή της κασέτας ξεκινά κατ’ αρχήν από μια δέσμη ψυχολογικών δεσμών σαν νήματα η σαν δίχτυ από υλικό σκέψης και συναισθήματος, που συνδέει το συγκεκριμένο υποκείμενο-άνθρωπος με το συγκεκριμένο αντικείμενο, εν προκειμένω την πολιτική και τα αποτελέσματά της. Αναναλύοντας το υλικό αυτών των νημάτων θα δούμε ότι περιέχουν στοιχεία από συναίσθημα, από γεγονότα της ζωής, από όνειρα και προοπτικές, από ερωτικού τύπου αναφορές και από φόβο. Εδώ θα αναφερθούμε  κυρίως στο φόβο και θα μιλήσουμε γι’ αυτόν που εμφανίζεται μπροστά στο καινούργιο, το οποίο έρχεται να εκτοπίσει το παλιό, με ό,τι αυτό ήδη περιλαμβάνει.

Αυτός ο φόβος είναι ανεξάρτητος από το αντικείμενο και ισχύει για κάθε τι που σηματοδοτεί αλλαγή. Φαίνεται ότι ριζώνει σε μια αίσθηση, ότι κάθε τι καινούργιο ‘είναι πολύ πιθανό να εμπεριέχει κάτι πολύ κακό’, το οποίο ο ίδιος πιστεύει ότι δεν είναι σε θέση να διαχειρισθεί και επομένως αρνείται να το αντιμετωπίσει. Άλλοτε πάλι, οι άνθρωποι αυτοί αδυνατούν να αντέξουν  το άγχος της απώλειας κάποιου πράγματος, όπως και τον εσωτερικό αποχωρισμό από κάτι οικείο. Ακόμα και όταν η αξία αυτού που χάνεται δεν είναι σημαντική. Φυσικά κάθε αλλαγή προϋποθέτει κάποιες πραγματικές αλλά κυρίως συναισθηματικές απώλειες και αποχωρισμούς, για να μπορέσει κανείς να δεχθεί εσωτερικά το καινούργιο. Αυτούς τους ανθρώπους τους ονομάζονται συντηρητικοί. Η επιστροφή λοιπόν στο παλιό, άρα στο γνώριμο, προσφέρει σιγουριά και ασφάλεια, ακριβώς γιατί εκεί όλα ήταν και είναι γνώριμα από την αρχή της ζωής. Ένα τέτοιο είδος ασφάλειας είναι μια μορφή ψευδαίσθησης ή πιο απλά, ένα ωραίο ένδυμα ή χρώμα που έχουν τα πράγματα, αναγκαίο για να μπορεί το άτομο να ζει χωρίς άγχος την πραγματικότη.

Στη σχέση τους με τα πολιτικά, οι άνθρωποι αυτοί άλλοτε εφευρίσκουν διάφορες δικαιολογίες και άλλοτε χρησιμοποιούν τα δεδομένα του δικού τους κάστρου ώστε να επιστρέφουν μέσα σ’ αυτό. Πχ. λένε: «Όλοι οι πολιτικοί είναι ίδιοι. Αν οι παλιοί είναι διεφθαρμένοι και αυτοί οι καινούργιοι, μόλις έρθουν στην εξουσία, σίγουρα θα κάνουν τα ίδια». Αυτή είναι μια θέση αυθαίρετη, για τον πολύ απλό λόγο, ότι δεν τους έχουν γνωρίσει. Είναι όμως χρήσιμη για να ξαναγυρίζουν στο κάστρο τους, στη φωλιά τους και στη ψυχολογική τους μήτρα. Από την ευρύτερη κατηγορία των ‘συντηρητικών’ μία είναι οι βαπτισμένοι σ’ εκείνες τις πολιτικές αρχές, οι οποίες οραματίζονται τον πλούτο και, συνειδητά ή μη, την ιδέα της υπεροχής και της εξουσίας και ενδεχομένως τη συμμαχία με τη διαφθορά. Παράλληλα με αυτούς είναι εκείνοι, οι οποίοι έχουν τις αντίθετες πολιτικές απόψεις, μάλλον δεν επιζητούν τον πλούτο, είναι φανατικοί κομμουνιστές, ωστόσο όμως είναι τόσο συντηρητικοί όσο και οι προηγούμενοι. Η διαφορά με τους προηγούμενους είναι ότι οι πρώτοι βλέπουν υλοποιημένο το όραμά τους στους επιτυχημένους του κόσμου, αλλά η δική τους ένταξη είναι λίγο ως πολύ φαντασιωσική. Οι δεύτεροι έχουν ένα όραμα μη πραγματοποιημένο και δομημένο με τα υλικά των  λέξεων-σημαινόντων, τα οποία δημιουργούν ένα κλειστό σύστημα. Εκεί δημιουργείται η διάσταση μιας πραγματικότητας, που θα εξελιχθεί στην πραγμάτωση των ονείρων, αύριο ή μεθαύριο. Αυτό είναι ένα άλλου είδος κάστρου. Μια δεύτερη κατηγορία συντηρητικού ανθρώπου είναι εκείνοι που έχουν ως πρώτο και αδιαμφισβήτητο ζητούμενο τη βεβαιότητα και την ασφάλεια, ανεξάρτητα από αντικείμενο της επιλογής τους. Μια τρίτη περιέχει αυτούς που δεν έχουν ένα δικό τους προσωπικό λόγο και συνήθως υιοθετούν τον προσφερόμενο λόγο των άλλων. Αυτοί όμως είναι δέσμιοι του λόγου του άλλου και αισθάνονται ασφαλείς μόνο όταν υπάρχει πάντα ένας άλλος, του οποίου ο λόγος να είναι πάντα παρών. Δεν είναι σε θέση να επεξεργασθούν το λόγο του άλλου, παρά μόνο μέσα στα επιτρεπόμενα από τον άλλον πλαίσια. Φυσικά αυτό είναι υποδούλωση και η ασφάλεια που προσφέρει είναι εκείνη του υποτακτικού.

Θα μπορούσε κανείς επίσης να διακρίνει κάποιες ψυχολογικές τάσεις στους ψηφοφόρους, οι οποίοι διαχέονται σε όλες τις παραπάνω  κατηγορίες. Οι ‘αθώοι’ είναι εκείνοι που δεν είναι σε θέση να αποδεχθούν εσωτερικά την ηθική πτώση των κομμάτων η των μελών τους, τους οποίους μέχρι τώρα πίστεψαν, υπηρέτησαν και ψήφισαν. Διότι αν τη δεχθούν, τότε κατακρημνίζεται ένα ολόκληρο ηθικό σύστημα στην κοινωνία και στην πολιτική, το οποίο, οι άνθρωποι αυτοί, έχτισαν σε όλη του τη ζωή και το οποίο στις πλείστες περιπτώσεις έχουν υπηρετήσει στην ίδια τους τη ζωή. Κάποιοι άλλοι, καλών προθέσεων επίσης, απέφευγαν σε όλη τους τη ζωή να δώσουν τον αναγκαίο χρόνο και κόπο για να συνειδητοποιήσουν τα πράγματα σε βάθος. Αυτοί αισθάνονται ότι καλούνται τώρα να ανεβούν το πιο ψηλό βουνό, αν αποφασίσουν να κατανοήσουν τις σύγχρονες πολιτικοοικονομικές δομές∙ και αρπάζονται πάλι από νοητικά σχήματα του παρελθόντος.

Η διάκριση σε τρεις κατηγορίες και υποκατηγορίες του ‘συντηρητικού’ ανθρώπου είναι σχηματική. Οι άνθρωποι δεν είναι ποτέ αυστηρά μονοσήμαντοι και συχνά συνδυάζουν στοιχεία και δεδομένα από διάφορες κατηγορίες. Για να καταλάβουμε τη τεράστια σημασία που έχει αυτή η ψυχολογική τοποθέτηση αρκεί να πάμε λίγο πίσω στην ιστορία της Ελλάδας. Η τελευταία μεγάλη καταστροφή, η Μικρασιατική Καταστροφή, είχε σαν δημιουργό οδηγό ένα σύνθημα. Το «ελιά ελιά και Κότσο βασιλιά». Αυτό το σύνθημα λειτούργησε σαν σημαία, που πήγαινε μπροστά στην πορεία προς την καταστροφή. Δεν ήταν ταξικός ο λόγος, αφού εκείνοι προσέφεραν το ψωμί τους χάρη στην παρουσία και τη συνύπαρξή τους με το  βασιλιά ‘Κότσο’. Αυτός συμπύκνωνε το ‘συντηρητικό όραμα. Το ίδιο, όχι σε πολύ μικρότερη κλίμακα συμβαίνει και τώρα. Είναι πολλοί εκείνοι, οι οποίοι θα δώσουν τη ψήφο τους πάλι, σ’ εκείνους, οι οποίοι καταβαραθρώνουν τον τόπο και μολονότι γνωρίζουν την επερχόμενη καταστροφή, σαν να την απαλύνουν και να την εξαγιάζουν∙ σαν να φωνάζουν και πάλι το ίδιο σύνθημα για εκείνους, ο οποίοι τώρα ενώ φορούν άλλο προσωπείο, εκπροσωπούν ωστόσο το παλαιό συντηρητικό όνειρο.

Η παραπάνω ανάλυση, μολονότι πολύ στοιχειώδης είναι ωστόσο ξένη για πολλούς ανθρώπους. Αν ακουσθεί, διατυπωμένη απλά τρόπο θα βοηθούσε ενδεχομένως πολλούς να  κατανοήσουν κάποιες από τις υποκείμενες δομές της φαντασίας και της συμπεριφοράς τους∙ και επειδή οι παραπάνω δομές μερικώς κινούνται σε προσυνειδητό χώρο και δεδομένου πως ό,τι βρίσκεται στο χώρο αυτόν εύκολα συνειδητοποιείται, τότε δεν είναι δύσκολο αυτοί οι άνθρωποι να κατανοήσουν την καθήλωσή τους σε συντηρητικές δεσμεύσεις. Συμπερασματικά ότι η ενδεχόμενη πολιτική τους τοποθέτηση εξυπηρετεί μια ψυχολογική και όχι μια ρεαλιστική ανάγκη.

Φόβος και εξουσία

Ξεκινώντας από τους παραπάνω προβληματισμούς μπορούμε τώρα να εξετάσουμε τη λειτουργία του φόβου σε σχέση με τη εξουσία. Αυτή τη σχέση τη γνώριζε κάθε εξουσία από παλιά αλλά και οι ηγέτες του σημερινού συστήματος τη χειρίζονται, θα λέγαμε μελετημένα και ‘επιστημονικά’. Παλαιότερα η εξουσία χρησιμοποιούσε τη δύναμή της με τη μορφή άμεσης βίας. Σήμερα μεγαλώνει όσο μπορεί τις βασικές ανάγκες των ανθρώπων για να  χρησιμοποιήσει μετά τη δυστυχία, τον πόνο και την έλλειψη, τερατοποιώντας το φόβο. Μια βασική μέριμνα και φόβος είναι το ‘πώς θα περισώσω αυτά τα λίγα που έχω’. Λένε: «θα πεινάσουμε, δεν θα έχουμε να φάμε, θα χάσουμε τις φτωχές καταθέσεις μας, θα μπούμε στη δραχμή, θα χάσουμε τα σπίτια μας…» κλπ. Με τον λόγο αυτόν μπαίνουν στην πιο βαθιά περιοχή της ανθρώπινης ύπαρξης, που αφορά στην ίδια την επιβίωση και την ίδια την ύπαρξη. Ο απόλυτος τρόπος με τον οποίο μιλούν, ενισχύουν τον απόλυτο τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το ασυνείδητο, δηλαδή, το ότι το ασυνείδητο δεν κατανοεί τις διαβαθμίσεις αλλά τείνει να απολυτοποιεί τα πράγματα. Επομένως το κάθε ‘κακό’ γίνεται απόλυτα κακό. Αυτό τον καιρό τα ακραία ψεύδη(που είναι τα κυρίως πιστευτά, κατά την άποψη του Χίτλερ και του Γκαίμπελς) ακολουθούν το ένα το άλλο και αγγίζουν την ιδέα της ασφάλειας και της ακεραιότητας της ίδιας της ζωής. Αυτόν που λέει διάφορες τρέλες, που συνήθως δεν τον παίρνουμε στα σοβαρά, είπε: «Αν ο Σύριζα βγει πρώτος, τότε θα αρχίσουν τις εκτελέσεις».Ο λόγος είναι παράλογος. Και όλοι θα πουν: «Δε βαριέσαι, τα λέει ο Πάγκαλος». Αυτός ο λόγος όμως λειτουργεί ως ‘σημαίνον’ δηλαδή είναι ένας λόγος που ακούγεται και, μολονότι έχει κριθεί ως ανόητος και παράλογος, μπαίνει ωστόσο στην παράλογη περιοχή του εαυτού, συνδέεται εκεί με τους παράλογους φόβους και λειτουργεί εκεί. Παρόμοια ‘κρούση’ είναι εκείνη του Α. Σαμαρά, ο οποίος είπε  ότι η Αριστερά θυμήθηκε  το ‘Σφυροδρέπανο’, ώστε να επαναφέρει τον τότε φόβο του εμφυλίου πολέμου.

Ο Α. Λοβέρδος προχώρησε παραπέρα. Εισηγήθηκε με εγκύκλιό του την πρώην αμερικάνικη τακτική της υγειονομικής περίθαλψης. « Τα νοσοκομεία …υποχρεούνται να μην παρέχουν υπηρεσίες σε υπηκόους τρίτης χώρας, οι οποίοι δεν έχουν τα αναγκαία έγγραφα… κλπ…. Ρητή και μοναδική εξαίρεση αποτελούν τα περιστατικά που προσέρχονται ως επείγοντα και αφορούν  σε απειλητικές για τη ζωή και υπερεπείγουσες καταστάσεις…»3. Δηλαδή όταν οι άνθρωποι είναι περίπου ετοιμοθάνατοι. Όμως η ιατρική πράξη δεν περιλαμβάνει συμβόλαια με τον θάνατο με ακριβείς όρους και επίσημες υπογραφές.  Άρα την επόμενη ώρα κάτι μπορεί να συμβεί και ο άρρωστος να πεθάνει. Ο υπουργός λοιπόν μας λέει, ότι γι’ αυτόν προέχει η ικανοποίηση των ‘υπερτάτης αξίας’ αγορών και όχι το ό,τι μερικοί από τους ασθενείς ίσως και να πεθάνουν. Μας λέει ακόμη ότι γι αυτόν είναι επιτρεπτό το ν’ αποφασίζει αν κάποιοι θα πεθάνουν, κάτι φυσικά που δεν μπορεί να ισχύει για όλους εμάς τους κοινούς θνητούς, οι οποίοι θα διωχθούμε για φόνο εξ αμελείας. Επιτρέπεται και για εμάς μόνον όταν εντέλλεται ο ‘ανώτατος άρχων’, δηλαδή ο υπουργός και όταν οι εν λόγω άνθρωποι είναι μετανάστες, δηλαδή, χιτλεριστί σκουπίδια.

Εξουσία και παντοδυναμία

Διοχετεύει λοιπόν την ιδέα ότι αυτός(ο υπουργός) έχει το δικαίωμα να καθορίζει σε ένα βαθμό τη ζωή και τον θάνατο των ανθρώπων και επομένως  στέλνει ένα μήνυμα περίπου θεϊκής  παντοδυναμίας. Εξ ίσου φανερά ακούστηκε η πρότασή του να βοηθήσει στην οργάνωση ενός κεντροαριστερού μετώπου με τη συνεργασία των αριστερών δυνάμεων, του ΠΑΣΟΚ και της Χρ. Αυγής θεωρώντας ως αυτονόητο, ότι οι αριστερές δυνάμεις θα συνεργασθούν με τη Χρ.  Αυγή. Εδώ ο υπουργός σκόπιμα αγνοεί την ίδια την πραγματικότητα για να περάσει το μήνυμα, ότι αυτός με την ‘παντοδυναμία’ του δημιουργεί την πραγματικότητα και μόνο επειδή το λέει, δηλαδή με το λόγο του. Το μήνυμα αυτό λέει επίσης σιωπηλά, ότι «όλοι είναι φασίστες και άρα οι δυνάμεις της Αριστεράς θα συνεργασθούν  με τη Χρ. Αυγή.» Ωστόσο, ο παράλογος λόγος λειτουργεί σαν διπλό μήνυμα, δηλαδή ακούγεται και μάλλον απορρίπτεται ως παράλογος, ενώ συγχρόνως  περνά και συνδέεται  με το αρχαϊκό και παράλογο  μέρος του εαυτού ως ένα ενδεχόμενο.

Η ιδέα της παντοδυναμίας είναι δυνατόν να υποστηριχθεί άλλοτε με λόγο και άλλοτε μόνο με πράξεις, όπου ο λόγος απουσιάζει, όπως η επίθεση της αστυνομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο και στους φοιτητές. Αυτή η επίθεση καταργεί την αιτία και το λόγο ακόμα και την  πρόφαση, η οποία είναι ένας, ψευδής μεν, αλλά, λόγος.  Εντάσσεται στην περιοχή του παραλόγου στον ασυνείδητο χώρο, όπου κατοικεί  ο τρόμος και τα ά-λογα φαντάσματα.

Στην ίδια περίπου δυναμική εντάσσονται και οι πράξεις της κ. Μέρκελ και του κ. Σόυμπλε. Μάλλον θα ήξεραν, ως έμπειροι πολιτικοί, ότι θα εισέπρατταν ένα όχι στην πρότασή τους για την παράλληλη διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Αλλά και στην περίπτωση αυτή οι Έλληνες θα ‘άκουγαν’ την έμπρακτη παρουσία τους μέσα στο ελληνικό γίγνεσθαι. Το ίδιο ισχύει και για τις απόψεις των αξιωματούχων της Ευρώπης, οι οποίοι παρεμβαίνουν διαρκώς, επιδιώκοντας έτσι να δημιουργήσουν μια τεράστια ομπρέλα παντοδυναμίας, πάνω από τον ουρανό της Ελλάδας. Το μήνυμα αυτό της παντοδυναμίας δεν είναι το ίδιο με το μήνυμα απλά του φόβου, όπως συχνά, λέγεται. Η παντοδυναμία απολυτοποιεί το φόβο. Μπροστά της όλοι είναι εντελώς αδύνατοι και επομένως οφείλουν να αποδεχθούν την επιθυμία της και να υποταχθούν σ’ αυτήν, παίρνοντας ένα μικρό αντάλλαγμα, που εκείνη ορίζει και θέλει να τους δώσει. Μια τέτοια βαθιά και συχνά ανομολόγητη πεποίθηση συχνά ευθύνεται για το ότι πλήθος ανθρώπων οι οποίοι, ενώ υποφέρουν, υποτάσσονται και κάποιες φορές αυτοκτονούν,  αλλά δεν τολμούν ούτε καν να σκεφθούν αντίθετα με την παντοδυναμία της εξουσίας.

Εδώ πρέπει να αναφερθούμε στην ασυνείδητη εγγραφή ότι οι ‘έχοντες’ τα πολλά χρήματα, όπως οι δανειστές μας, είναι οι πρώτοι στην κλίμακα της παντοδυναμίας και είναι αήττητοι. Κι αυτό γιατί τα ίδια τα χρήματα είναι αήττητα. Επομένως ό,τι πηγάζει από αυτούς είναι επίσης αήττητο. Αυτή είναι μια άποψη βαθιά ριζωμένη  στις ψυχές των πλείστων ανθρώπων, που φυσικά ανατροφοδοτείται διαρκώς από τους εντόπιους πιστούς υπηρέτες του συστήματος. Όταν λοιπόν ο τρέχων λόγος ψεύδεται συστηματικά, τότε η αδύνατη κριτική σκέψη πολλών ανθρώπων δεν έχει πού να στηριχθεί και επιστρέφει στη γνωστή υποταγή, τη βαθιά ριζωμένη ιδέα της παντοδυναμίας των αρχόντων.

Όλ’ αυτά τα θεατρικά σκηνικά, αν φωτισθούν αποκαλύπτουν την ελλειμματικότητά, τις αδυναμίες τους και τη γελοιότητα. Η αποκάλυψη της ελλειμματικότητας και της αδυναμίας χτυπά τις ρίζες της παντοδυναμίας. Η αποκάλυψη του γελοίου είναι ένα απλό και συγχρόνως ισχυρό όπλο ενάντια στο ψεύδος.2 Μια τέτοια πλαγιοκόπηση θα αποκαλύψει ότι δεν είναι παντοδύναμοι και συνεπώς είναι ευάλωτοι. Αν όλα μείνουν στο ημίφως, τότε αποκτούν τη δυναμική του φαντάσματος, όπως προαναφέραμε, και εγγράφουν σε περιοχές του ασυνειδήτου τη σήμανση της παντοδυναμίας και του τρόμου. Εξ άλλου η αποκάλυψη της ιδέας της παντοδυναμίας, όχι μόνο στο λόγο τους αλλά  και γενικότερα στο ευάλωτο του συνολικού συστήματος, μεταφέρει τη νοητική και ψυχική δυναμική  από την άλογη περιοχή των φαντασμάτων και της απόλυτης αδυναμίας στην περιοχή της πραγματικότητας και της συνειδητής εκτίμησης των ορίων της ισχύος του συστήματος∙ και συνεπώς των τρόπων της αντιπαράθεσης σ’ αυτό.

Το ψεύδος

Στο ημίφως το ψεύδος, είτε το εμπρόθετο και συνειδητό, είτε εκείνο των ασυνειδήτων παρεμβάσεων, παραμένει κυρίαρχο και λειτουργεί με διάφορους τρόπους. Συχνά διηθεί κάθε φράση και κάθε λέξη. Δεν είναι δυνατόν να αναλύσει κανείς κάθε φράση και κάθε λέξη, ώστε να ξεχωρίσει ποια είναι η αλήθεια και ποιο το ψέμα. Άλλες φορές όμως φαίνεται καθαρά η αντίφαση και αυτή είναι ο οδηγός προς την αποκάλυψή του. Συχνά επίσης συμβαίνει το ψεύδος να εμπεριέχεται κυρίως στον τρόπο παρά στο αντικείμενο του διαλόγου. Μέσα από μια δίνη λόγων και ακατάσχετη λογόρροια, που δεν έχει τέλος, επιχειρείται η συγκάλυψη της αλήθειας. Εδώ το ψέμα είναι η συγκάλυψη. Άρα είναι λάθος το να εμπλακεί κανείς στη λογόρροια ή στη λεπτολόγο αντιμετώπιση του περιεχομένου αυτού του λόγου, ο οποίος λέγεται με πολύ πάθος και συχνά προκαλεί τη πολυλογία του άλλου, με αποτέλεσμα ένα εκκωφαντικό τίποτα. Είναι όμως δυνατό, είτε πρόκειται για διάλογο, είτε για κείμενο ή για δηλώσεις, να επισημάνει κανείς ποιο είναι το πράγμα εκείνο, το οποίο ο άλλος θέλει να παραποιήσει ή να συγκαλύψει. Πέραν όμως αυτού, ο αληθής λόγος μπορεί να χάσει την αξία του, όταν ο εκφέρων αυτόν το λόγο δεν έχει πεισθεί ότι η αλήθεια έχει τη δική της δύναμη και δεν χρειάζεται το του τεράστιο πάθος του ομιλούντος και τη συνήθη φλύαρη μεθοδολογία.

Η αλήθεια

Αξίζει να τονισθεί ότι η μάχη, η οποία τώρα δίνεται είναι μια μάχη αλήθειας. Η αναζήτηση της αλήθειας, είτε σαν πρόσχημα είτε γνήσια υπήρχε πάντα, αλλά παλινδρομούσε ανάμεσα στο υπόγειο και στο ισόγειο της σκέψης, ίσως γιατί οι αντίπαλοι δεν είχαν ξεκάθαρο το στόχο και φοβόταν να εμπλακούν σε μία ανοιχτή τοποθέτηση απέναντι στην αλήθεια. Ακόμη, όλοι ήξεραν ότι παίζουν και αυτοί με το ψέμα και μια πλευρά του δικού τους  οικοδομήματος δεν ήθελαν να αποκαλυφθεί. Τώρα όμως, όσο συνειδητοποιείται η ίδια η κρίση και το αδιέξοδο, τόσο οι πολίτες βλέπουν καθαρότερα και καλούνται να παραμερίσουν σε ένα βαθμό τα προσωπικά τους συμφέροντα και τις καθηλώσεις τους. Επομένως ανοίγει ο δρόμος για διακρίνουν το ψεύδος και να αναζητήσουν την αλήθεια. Η διαφορά φαίνεται επίσης και ανάμεσα στις προηγούμενες εκλογές και στις επόμενες. Είναι κι αυτό μια καλή ωριμοποιός παρενέργεια της κρίσης.  Οι πολίτες θέλουν να δουν καθαρά τις αιτίες της πτώσης και επίσης καθαρά τους τρόπους της ανόδου. Σ’ αυτές τις εκλογές, —και αυτό δεν είναι λογοπαίγνιο—το διακύβευμα είναι η αλήθεια. Φαίνεται ότι το ψεύδος έχει φτάσει σε ένα οριακό σημείο, όπως είναι η σοβαρή αρρώστια και ο θάνατος. Η προηγούμενη εξουσία κάνει—επιτρέψτε μας—τις γνωστές ‘κωλοτούμπες’, λέει και πράττει το ολοφάνερο πια ψεύδος, κλείνοντας τα μάτια μπροστά στο ολοφάνερο, προφανώς γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Ακριβώς επειδή πρέπει να επικρατήσει ανεξάρτητα από τιμιότητα, αλήθεια ή αξιοπρέπεια. Το λεγόμενο ψέμα είναι το αυτονόητο αποτέλεσμα ενός ενδογενούς και κρυφού ψεύδους, το οποίο είναι κι αυτό υποχρεωμένο να αυτοαποκαλυφθεί και φαίνεται ότι τώρα ήρθε η ώρα του.  Το ψεύδος πρέπει διαρκώς να αποκάλυπτεται με κάθε τρόπο, ώστε το άφωνο νόημα της αυτοαποκάλυψής του μέσα στα τεκτενόμεα να αποκτά τη δύναμη των λέξεων και του λόγου. Αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά οι διαβασμένοι εγκέφαλοι του συστήματος. Η μέθοδός τους είναι να μιλούν για το ψεύδος αλλά να αντιστρέφουν το νόημα των πραγμάτων.  Παραθέτουμε ένα παράδειγμα του πώς χειρίζεται το ψέμα το σύστημα. Έγραψαν λοιπόν η ‘Αυγή’ και το ‘Έθνος’ για ένα άρθρο του πρακτορείου Bloomberg, το οποίο, όπως είναι γνωστό, ανήκει στον Πύργο Ελέγχου του συστήματος. Και στις δύο δημοσιεύσεις το κείμενο είναι όμοιο, εκτός από ελάχιστες μεταφραστικές διαφορές. «Ο Σύριζα και ο Τσίπρας πουλάνε στους Έλληνες ένα ψέμα…»  λέει, και παρακάτω: «…(Οι Ευρωπαίοι) γνωρίζουν, σύμφωνα με τα λεγόμενα του κ. Τσίπρα, ότι η έξοδος από το Ευρώ μπορεί να καταβαραθρώσει την οικονομία όλης της ηπείρου, και συνεπώς δε ρισκάρουν…» και συνεχίζει ο γράφων: «Ίσως, αλλά σκεφτείτε αυτό: εάν πιστεύει(Ο Τσίπρας) αυτό που λέει(και δε λέει ψέματα), τότε είναι διατεθειμένος να τζογάρει σε μία παρτίδα πόκερ με την γερμανίδα καγκελάριο Άνγγελα Μέρκελ το μέλλον της Ελλάδας και όλης της Ευρώπης.» Τι σημαίνει αυτό; Αν το αποτέλεσμα του τζόγου θα είναι καταστροφικό, τότε θα φταίει μόνο ο Τσίπρας και όχι η Μέρκελ. Αυτή και όλο το σύστημα, το οποίο αυτή υπηρετεί βρίσκεται a priori στο απυρόβλητο. Δεν κάνει ποτέ λάθος, δεν φταίει ποτέ, δεν αλλάζει ποτέ και δεν μπορεί κανείς να την αμφισβητήσει. Αυτό ακριβώς είναι το ψέμα της παντοδυναμίας, το οποίο περνά κρυφά και για το οποίο μιλήσαμε παραπάνω. Έτσι λοιπόν το δημοσίευμα σπέρνει τη ‘λέξη-σημαίνον’ ‘ψέμα’, αποδίδοντάς το στον Σύριζα και στον Τσίπρα και αποκρύβοντας με πολλή τέχνη το μόνο ψέμα που υπάρχει στη φράση, εκείνο του απυρόβλητου της παντοδυναμίας της Μέρκελ και του συστήματος. Κατά τα άλλα δεν στενοχωριέται και πολύ ο συγγραφέας του άρθρου για το ό,τι δεν κατονομάζει κανένα ψέμα του Τσίπρα αλλά κάνει κάποιες  αφελείς υποθέσεις. Μια τέτοια ιδέα υπάρχει σε όλη τη ρητορεία των αρχόντων-υπηρετών του συστήματος και όλες οι λύσεις που προτείνουν στις πλείστες των περιπτώσεων προϋποθέτουν την ιδέα του απυρόβλητου. Οι δανειστές, οι τοκογλύφοι και οι αγορές είναι πάντα στο απυρόβλητο, οι πράξεις τους, το Μνημόνιο, κλπ. Ένας από τους λόγους, που εμφανίζονται άτεγκτοι σε αλλαγές του Μνημονίου είναι για να μην αποδειχθεί ότι μπορεί κανείς να ‘πυροβολήσει’ σ’ αυτό και να το τραυματίσει. Γιατί τότε θα κλονισθεί το κύρος του σε οποιαδήποτε περαιτέρω εφαρμογή του. Απόδειξη αυτού είναι το ότι στην Ιρλανδία τώρα τα μνημονιακά μέτρα είναι ηπιότερα. Έτσι όμως καθορίστηκαν από την ηγεσία και η ηπιότητα εκεί δεν είναι το αποτέλεσμα σύγκρουσης και διεκδίκησης. Μετά απ’ αυτά δεν πρέπει κανείς να απορεί γιατί κυκλοφορεί ο χαρακτηρισμός του ‘αλαζόνα’ για τον κ. Α. Τσίπρα. Αυτό με λόγια σεναριακά λέει: «Ποιος είναι αυτός ο νεαρός που τολμά να τα βάζει με το παντοδύναμο σύστημα.  Άρα είναι αλαζόνας.»

Μία πρακτική συνέπεια των παραπάνω είναι η πρακτική φαντασίωση της ισχύος ότι θέλει να παρασύρει όλους να  παίξουν στο δικό της γήπεδο, όπου όλα είναι οργανωμένα με το δικό της τρόπο και επομένως οικεία γι’ αυτήν. Συγχρόνως δηλώνει ότι αυτό είναι το μόνο υπάρχον γήπεδο. Εκεί  όπου το μπέρδεμα του ψευδούς με την πραγματικότητα κυριαρχεί. Το να σπεύδει κανείς εύκολα να παίξει στο γήπεδο του άλλου ή να αφήνεται να  παρασύρεται είναι μια μορφή ασυνείδητης αφέλειας και υπακοής.

Γενικό συμπέρασμα είναι πως όταν κάτι λέγεται ανοιχτά, φοβίζει λιγότερο. Σημαίνει ‘ότι εμείς πρώτοι δεν το φοβόμαστε’ δηλώνοντας συγχρόνως ότι η αλήθεια είναι πάντα αλήθεια. Εξ άλλου, αν ξεκινά κανείς παίζοντας με το ζάρι της αλήθειας πρέπει να είναι συνεπής μέχρι τέλους. Αν κάτι δεν ειπωθεί, ίσως από ψηφοθηρικό φόβο, αν αργότερα αποκαλυφθεί η αλήθεια, τότε αυτό ευκολότατα θα θεωρηθεί σαν παραπλάνηση. Τότε ο σημερινός προτεινόμενος ως προοδευτικός λόγος θα καταταγεί στην κατηγορία του ψευδούς πολιτικού λόγου του παρελθόντος. Οι συνέπειες θα είναι πολλαπλάσιες, σε σύγκριση με τις συνήθεις απογοητεύσεις από πολιτικούς ηθικά μικρούς. Γιατί, η απογοήτευση και η οργή θα είναι τεράστια όταν κανείς ελπίσει σε υψηλές προσδοκίες και απογοητευθεί. Η στάση αυτή εκτός από την υπηρεσία της αλήθειας εμπεριέχει και σοβαρότητα, η οποία είναι ούτως ή άλλως αναγκαία όταν καλείται κανείς να ακροβατήσει στην πρόταση μιας μεγάλης αλλαγής.

Ο ψηφοφόρος δεν πρέπει να πει: Δε μας λένε όλη την αλήθεια, γιατί φοβούνται όπως φοβόμαστε κι εμείς. Το ‘όπως κι εμείς’ είναι η αυτόματη αναγωγή και προσομοίωση με το προσωπικό φάντασμα, που καθ’ ένας έχει μέσα στο νου του. Αν λοιπόν και τα ενδεχόμενα δυσάρεστα αναφερθούν και συζητηθούν με ρεαλιστικό τρόπο, τότε θα δοθεί το μήνυμα ότι οι φορείς αυτής της πολιτικής δε φοβούνται να μιλήσουν και αν αναφερθούν σε δυσάρεστα, θα είναι μέσα στα πλαίσια της πραγματικότητας. Έτσι τα φαντάσματα θα ρεαλιστικοποιηθούν και θα πάψουν να είναι φαντάσματα.  Μη ξεχνάμε ότι είναι πολλοί αυτοί που λένε: ‘Ναι, να δεχθώ δυσκολίες και στερήσεις τώρα, αρκεί να ξέρω ότι σε κάποιο χρόνο τα πράγματα θα αλλάξουν.’

Το αρχικό και βασικό σχέδιο πρέπει να  λέγεται πρακτικά, λιτά και συχνά, για να το γνωρίζουν όλοι. Ακόμα και οι δυσκολίες της εφαρμογής του, ίσως και κάποιες αμφισβητούμενες μάχες. Μόνο τότε οι πολίτες θα είναι συμπαραστάτες, όχι μόνο στις εκλογές αλλά και στη συνέχεια.

Το συμβόλαιο της αλήθειας θα πρέπει να καταγραφεί και να υπογραφεί από τους αποδέκτες πολίτες. Για το παρόν και για το μέλλον. Αυτός οφείλει να  είναι ο νέος πολιτικός λόγος.

——————

1.    Σ. Φροϋντ, Ψυχολογία των Μαζών και Ανάλυση του Εγώ. Εκδ. Επίκουρος, Αθήνα 1977.

2.   Ο Μολιέρος λέει στον Δον Ζουάν, ότι αν πεις σε κάποιους ανθρώπους ότι είναι κακοί, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα ενοχληθούν και πολύ. Σε μερικούς μάλιστα μπορεί και να αρέσει. Αν όμως τους πεις ότι είναι γελοίοι, τότε θα ενοχληθούν πάρα πολύ.

3.  ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 2   Υ4α/    ΟΙΚ.45610, 2/5/12.

 

 

Γιώργος Μποτονάκης

Ψυχίατρος-Ψυχαναλυτής

Μάιος 2012

Email: gio.boton@gmail.com

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: