Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΗΣ ΘΕΛΗΣΗΣ

Η εισήγηση αυτή ανακοινώθηκε από τον γράφοντα στην τελευταία προβολή του ‘Μήνα Κινηματογράφου’ του Κύκλου ‘Τέχνη και Ψυχιατρική της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας. Η ταινία που προβλήθηκε τότε ήταν Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΗΣ ΘΕΛΗΣΗΣ της Leni Riefenstahl, ένα ντοκιμαντέρ από τη στρατιωτική παρέλαση πλήθους στρατιωτικών μονάδων στη Νυρεμβέργη μπροστά από τον Χίτλερ και τους άλλους αξιωματούχους του 3ου Ράιχ. Η παρέλαση αυτή έγινε με την ευκαιρία του 6ου συνεδρίου του εθνοσοσιαλιστικού κόμματος τον Ιούλιο του1934 και ενώ το κόμμα είχε ήδη ανέβει στην εξουσία. Η Leni Riefenstahl εθεωρείτο σπουδαία σκηνοθέτις εκείνη την εποχή στη Γερμανία, αλλά και εκτός Γερμανίας. Θαύμαζε τον Χίτλερ και λένε ότι η μεγαλόπρεπη αυτή παρέλαση οργανώθηκε σε συνάρτηση με το φίλμ, ώστε να καταγραφεί η μεγαλοπρέπεια και το μέγεθος της στρατιωτικής δύναμης αλλά και της συμμετοχής του λαού. Σκοπός της δημιουργίας αυτού του φιλμ ήταν να ενισχυθεί το φρόνημα του γερμανικού λαού και η απόλυτη πειθαρχία  στον Fuhrer. H εισήγηση, που ακολουθεί επεξεργάζεται τα στοιχεία που δίνει η ταινία, λαμβάνει υπ’ όψη της τις ναζιστικές πράξεις στη συνέχεια και τα δεδομένα του σήμερα και προσπαθεί να ρίξει λίγο φως στα σκοτεινά και ακατανόητα σημεία της ναζιστικής συμπεριφοράς.

Το αεροπλάνο στην αρχή πετά πάνω από τα σύννεφα, μετά περνά ανάμεσά τους και σιγά σιγά κατεβαίνει και πετά πάνω από την πόλη. Τονίζονται κάποια πλάνα της πόλης από την αρχή και στη συνέχεια όλη η πόλη είναι παρούσα. Τα σπίτια, τα μνημεία και οι εκκλησίες, οι δρόμοι  και οι αψίδες όλα μετέχουν στην
υποδοχή του Fuhrer. Η φύση τον υποδέχεται σε όλες τις ώρες της, και την ημέρα με ήλιο, με σύννεφα, και στο ημίφως αλλά και τη νύχτα με πυρσούς. Τα μνημεία της πόλης, οι εκκλησίες και τα καμπαναριά συμπλέκονται με τη σβάστικα. Τα πρόσωπα προβάλλονται στον ουρανό ανάμεσα σε φως και σκοτάδι, μεταξύ ουρανού και γης. Η γενική ατμόσφαιρα κινείται στα όρια του φυσικού και του μεταφυσικού.

Μετά βλέπουμε εικόνες μιας χαρούμενης και ιδανικής συναδελφικότητας και αγάπης από την καθημερινή ζωή των στρατιωτών. Όλα είναι χαρούμενα όλα κεφάτα και η σβάστικα διαρκώς παρούσα μέσα σ’ αυτό το πανηγύρι. Το πνεύμα του σύμπαντος στην υποδοχή και την αποδοχή του F. συμπληρώνεται με την εικονογράφηση της παράδοσης, του παρελθόντος με εικόνες του χωριού, με τις παραδοσιακές στολές και νεόνυμφα ζευγάρια. Τα πάντα λοιπόν, ο ουρανός, η γη, η μέρα, η νύχτα, τα κτίρια, οι άνθρωποι όλοι, οι νέοι, οι γέροι, τα παιδιά, το παρελθόν και το παρόν υποδέχονται τον F.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η εικονογράφηση των προσώπων. Σημειώνουμε ότι κυρίως μέσα από τον φωτισμό και την ακινησία, συχνά φαίνονται σαν λευκά αγάλματα, έχοντας τη ψυχρότητα της πέτρας, ίσως όμως και την ιδέα του θανάτου. Αναρωτιόμαστε αν αυτό σημαίνει προέκταση της δόξας μέσα στο χρόνο, αφού τα αγάλματα υπάρχουν στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον ή αν συγχρόνως η σκηνοθέτις μάλλον ασυνείδητα υποσημαίνει ένα είδος σύνθεσης των προσώπων με την ιδέα του θανάτου, αφού τα αγάλματα δεν ζουν αλλά είναι μνήμη κάποιας ζωής, που υπήρξε πριν. Και δεν γνωρίζουμε βέβαια πόσο η ιδέα αυτή ήταν μια πρόβλεψη ή ίσως και την γοήτευε. Αν η ιδέα του θανάτου υπήρξε στην εικονική καταγραφή των προσώπων, τότε αυτό κάπως απαντά στο ερώτημα αν οι άνθρωποι τότε, δηλαδή πριν από τον πόλεμο, βίωναν τη σχέση του Ναζισμού με τον θάνατο και την παρουσία  του θανάτου στη θεωρία και στην πρακτική του. Εδώ θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι οι θηριωδίες του ναζιστικού καθεστώτος είχαν αρχίσει αρκετά πριν με τις δολοφονίες των κομμουνιστών και μετά με τη ’Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών’, όπως είχε  ονομασθεί το τριήμερο της εκκαθάρισης των αρχηγών  των SA.

Αρχίζοντας, θέλουμε να σχολιάσουμε το ‘βήμα της Χήνας’, το οποίο θαυμάσαμε από την αρχή σε  όλο του το μεγαλείο. Το βήμα αυτό είναι η πρώτη εικόνα μιας ναζιστικής μονάδας στο νου μας και όλοι το έχουμε δει και το εκλαμβάνουμε, έστω και ασυνείδητα, σαν κάτι ιδιαίτερο, σαν ένα λόγο που κάτι θέλει να πει. Κατ’ αρχήν φαίνεται σαφώς ότι δεν είναι ένα φυσιολογικό βήμα αλλά τεχνητό. Δεν εκφράζει καν κάποια αληθινή ανδρικότητα, στρατιωτική η μη, αλλά μια τεχνητή ανδρικότητα. Κατά τη γνώμη μας εκφράζει ακριβώς αυτό που ο τίτλος του φιλμ λέει. Τον θρίαμβο και τη δύναμη της θέλησης. Είναι μια  κατασκευασμένη σωματική συμπεριφορά, η οποία ακυρώνει τη φυσιολογική συμπεριφορά του σώματος και επιβάλλεται σ’ αυτό με την δύναμη της θέλησης ως ένδειξη απόλυτης πειθαρχίας και υποταγής στην εντολή ενώ συγχρόνως επιδεικνύεται μια αίσθηση δύναμης διαφορετικής  από τη φυσική. Είναι ένα συμβολικό δείγμα, ότι όχι μόνο η ψυχή αλλά και το σώμα  έχει ενσωματώσει τη θέληση να αντικαταστήσει τη φυσιολογική του ποιότητα με μια  άλλη δοσμένη και υποταγμένη πλήρως στην εντολή. Η ποιότητα αυτή όμως δεν περιέχει τη φυσική δύναμη ενός ανδρικού σώματος. Αυτή η τελευταία έχει όρια, τα φυσικά όρια. Ενώ η ‘άλλη, η τεχνητή χάνει τα  φυσικά της όρια, γιατί η δοσμένη από τον αρχηγό εντολή προϋποθέτει μια θέληση που πρέπει να κινείται μέσα στη φαντασίωση του απόλυτου, όπως και η δύναμη του αρχηγού είναι απόλυτη.

Αυτή η αντικατάσταση αφορά κατ’ αρχήν το σώμα, συμβολικά όμως επεκτείνεται και στη ψυχή, η οποία καλείται να αντικαταστήσει τη φυσική της ποιότητα με μιαν άλλη. Εκείνη που έχει ορισθεί από τον αρχηγό και το κόμμα. Έτσι λοιπόν αυτή η μορφή του βήματος αποκτά πολύ μεγάλη αξία για τους ίδιους, οι οποίοι βέβαια δεν καταλαβαίνουν, ότι από μια άλλη οπτική ματιά, αυτή η κίνηση μοιάζει με κίνηση κουκλοθέατρου. Η γελοιότητα παύει να υπάρχει αφού έτσι επιτάσσει ο αρχηγός. Το νόημα το οποίο εισπράττεται από  τους οπαδούς είναι μόνο εκείνο, το οποίο θέλει να επιβάλει ο αρχηγός.1

Την ίδια μορφή κίνησης και με το ίδιο πνεύμα έχει υιοθετήσει και ο ίδιος o F. για τον εαυτό του. Αυτό είναι επιλογή του και μάλιστα μελετημένη σε προηγούμενα χρόνια, όταν είχε φοιτήσει για έξι μήνες ηθοποιία σε θεατρική σχολή. Οι κινήσεις του γενικά μοιάζουν με κινήσεις κουκλοθέατρου, πράγμα βέβαια που δεν ενοχλεί κανέναν. Συγχρόνως όμως είναι κινήσεις επιβαλλόμενες από μία θέληση η οποία ‘θέλει να είναι δυνατή’.

Αυτή η ‘θέληση’ προσδιορίζει μια ιδιαίτερη ποιότητα ανθρώπου. Ενός ανθρώπου κατασκευασμένου σύμφωνα με κάποιες έξωθεν προδιαγραφές. Ο άνθρωπος δεν είναι πια το αυτονόητο αποτέλεσμα των εσωτερικών ψυχολογικών του οργανώσεων και δομών, αλλά το αποτέλεσμα μιας επιβαλλόμενης δομής, την οποία έχει συλλάβει κάποιος άλλος νους. Αυτή η δομή ζητά ν’ αντικαταστήσει πλήρως οτιδήποτε είναι ‘αυθεντικό’ στη ψυχή κάθε μέλους αυτής της ομάδας των οπαδών. Είναι η ίδια ‘θέληση’, την οποία οραματίζεται ο Νίτσε για να υπερνικήσει τα τραύματα και τις αδυναμίες ενός φορτωμένου ασυνειδήτου, λέγοντας: «Τι είναι καλό; Όλα όσα εξυψώνουν το αίσθημα της δύναμης, τη θέληση για δύναμη, την ίδια τη δύναμη στον άνθρωπο.»2. Είναι η ίδια η ‘θέληση’, που έχει σαν κοσμοθεωριακό μοντέλο και η Ρίφενσταλ, γι’ αυτό λάτρευε τον Χίτλερ και  κατάφερε τόσο καλά να την απεικονίσει στο έργο.

Αυτός ο τύπος του ανθρώπου μοιάζει από μια άποψη με τον ‘ψευδή εαυτό’ του Winnikott. Δηλαδή ενός εαυτού άλλου από αυτόν που θα έπρεπε να είναι αν η προσωπικότητα αναπτυσσόταν με αληθείς (συμβατική διατύπωση) ή με αυθεντικούς όρους, ως προς το ίδιο το πρόσωπο. Ο ψευδής εαυτός, του Winnikott, είναι το αποτέλεσμα αμυντικής διαδικασίας, η οποία τείνει να εξισορροπήσει την υποκείμενη απειλή αποδιοργάνωσης του Εγώ. Έτσι δημιουργείται μια ψευδής κατασκευή, ο ‘ψευδής εαυτός, όπως τον ονομάζει.  Ενώ εδώ ο ψευδής εαυτός είναι αποτέλεσμα μιας εκούσιας επιβολής, μιας ξένης ‘θέλησης’.

Ο Karl Jaspers λέει ότι το ίδιο το ολοκληρωτικό καθεστώς προάγει την αποδιοργάνωση: «Ο ολοκληρωτισμός στηρίζεται  στη διάλυση των δεσμών, που συνδέουν τον άνθρωπο με τα σταθερά του ορόσημα∙ έτσι στερημένος από κάθε αναφορά επιθυμεί οτιδήποτε σταθερό για να βγει από το χάος, οποιαδήποτε διαταγή για να βγει από την αναρχία του.»3 Βέβαια αυτή η πολύ ενδιαφέρουσα θέση του Karl Jaspers φωτίζει σημαντικά το θέμα, ωστόσο θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε εάν παρακάμπτει το ερώτημα, κατά πόσον δηλαδή μπορούμε να αγνοήσουμε τη προϋπάρχουσα ψυχολογική (συνειδητή ή ασυνείδητη) δομή των πιστών οπαδών∙ και κυρίως όμως το αξιακό και ηθικό υπόστρωμά τους δηλαδή το πόσο εύκολα μπορούσαν να συμφιλιωθούν με το έγκλημα. Με μια φράση θα συμπληρώσουμε εδώ, αν ένας προϋπάρχων ανεξέλεγκτος ναρκισσισμός και έπαρση, αποτέλεσμα μερικώς μιας βαθύτατης αδυναμίας αλλά και μιας ευκολίας στην αποδοχή του εγκλήματος, τροφοδοτήθηκε από το σύστημα, με αποτέλεσμα, όπως λέει ο Jaspers, την αποδιοργάνωση και στη συνέχεια το άρπαγμα από την παντοδυναμία του Αρχηγού.

Η θέληση αυτή είναι η ενσωμάτωση της θέλησης του αρχηγού. Είναι αυτό που λέει ο υπασπιστής του Χίτλερ: «Ο Fuhrer είναι η Γερμανία και η Γερμανία είναι ο Fuhrer» Και παρακάτω: «Ένας λαός, ένας Fuhrer ένα Έθνος, η Γερμανία.» Για όλη τη Γερμανία δεν υπάρχει άλλη βούληση και άλλη θέληση, παρά μόνο μία. Αυτή που προδιαγράφει ο Fuhrer, στου οποίου τις διαταγές όλοι υπακούουν. Αυτού του είδους η ενότητα υποστηρίζεται θεωρητικά από τον ίδιον με υποκριτικές αλλά σημαντικές αρετές αλλά και με γνώση της ψυχολογίας. Λέει ο Χίτλερ στους νέους «Ζητούμε την υψίστη έλλειψη του εγωισμού… Δεν θέλουμε τάξεις και κάστες…να είμαστε όλοι ίσοι… να γίνουμε ένας λαός…». Γνωρίζει την επαναστατική προδιάθεση των νέων, την ονομάζει εγωισμό και ζητά την ‘υψίστη έλλειψή του’, δηλαδή την απόλυτη υποταγή τους και συγχρόνως την αποδοχή από τους ίδιους του έσχατου ναρκισσισμού, δηλαδή της δημιουργίας εκείνης της Γερμανίας, που θα κυριαρχήσει σε όλο τον κόσμο..  Συνεχίζει λέγοντάς τους: «Να είστε ειρηνόφιλοι και γενναίοι μαζί…». γνωρίζοντας ότι οι νέοι έχουν ανάγκη από ιδανικά Και συμπληρώνει: «Ο λαός αυτός πρέπει όχι μόνο να συγχωρεί αλλά να είναι και σκληρός…». Η  τελευταία αυτή φράση, όχι μόνο δίνει την άδεια για τη σκληρότητα και στη συνέχεια τη βαρβαρότητα προς τους άλλους αλλά και προς τον εαυτό, όταν αυτός δυσκολεύεται να υπακούσει στην εντολή.

Η ενσωμάτωση αυτής της ιδέας, δηλαδή η αντικατάσταση του περισσότερο γνήσιου εαυτού με τον δοσμένο δεν είναι εύκολη. Προϋποθέτει την καταπίεση και άρνηση όλου του ενορμητικού  μέρους του ανθρώπου, αλλά και εκείνου του μέρους, που αναζητά την ελευθερία, την ανεξαρτησία, την ετερότητα, τη συναισθηματική και αξιακή οργάνωση και τελικά τη διάσταση του υποκειμένου και του προσωπικού λόγου και τη χαρά της ζωής. Το μοντέλο αυτό είναι διαμετρικά αντίθετο από το μοντέλο-υποθήκη που άφησε ο Αθανάσιος Διάκος λίγες στιγμές πριν τον θάνατό του. Έχει ζωντανή μέχρι τη τελευταία στιγμή το όραμα και την αγάπη για τη ζωή που χάνει. Τη βλέπει  μέσα στην ανοιξιάτικη αναγεννώμενη φύση, την αποδέχεται και τη ζει  ολοκληρωτικά. Με ολόκληρο τον εαυτό του, αυτόν που του δόθηκε και αυτός που ήταν πάντα χωρίς να υποτάσσεται σε κανέναν και ζώντας μέχρι την τελευταία στιγμή τη ζωή του τον θάνατό του με την ίδια ελευθερία για την οποία τώρα πεθαίνει4. Μιλάμε λοιπόν για την αντίθετη ακριβώς ψυχική οργάνωση, στηριγμένη στην πλήρη υποταγή και κατασκευασμένη από τη δύναμη της θέλησης, ώστε να δημιουργηθεί και να βιωθεί το δοσμένο μοντέλο ανθρώπου.

Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι η ελκτική αξία αυτού του μοντέλου μοιάζει με εκείνη μιας κατηγορίας μοναχών, των οποίων η ασκητική ζωή δεν είναι η συνέπεια μιας ελεύθερης δημιουργίας ενός εαυτού σύμφωνα με το όραμά τους. Αντίθετα είναι το αποτέλεσμα μιας βαθιάς εκούσιας καταπίεσης του εαυτού και κατασκευής ενός άλλου εαυτού από δοσμένα σημαίνοντα. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι ο Χίτλερ χρησιμοποίησε τη λέξη ‘μοναστηριακή’ αντίληψη της ζωής του Ναζί. Τελικά είναι προφανές, το λέμε από τώρα, ότι ο F. ενέχει θέση ενός σκληρού και απολυταρχικού θεού για τους οπαδούς του.

Θα μας επιτρέψετε εδώ να κάνουμε μια υπόθεση. Η εφαρμογή του κανόνα της θέλησης του άλλου, δηλαδή του ‘Οδηγού’, με την πλήρη αποδοχή και τη συνεργασία της θέλησής του ατόμου, ισοδυναμεί με θάνατο του αληθινού εαυτού. Η υπόθεση λοιπόν και συγχρόνως το ερώτημα είναι αν αυτή η μορφή και η πιθανή βαθύτερη αίσθηση του προσωπικού θανάτου, πιο πολύ ασυνείδητη, μπορεί να σχετίζεται με την ευκολία με την οποία οι Ναζί είχαν αποδεχθεί τον θάνατο, τον δικό τους και των άλλων.  Οφείλουμε να μη ξεχνάμε ότι κάθε υποταγή και μάλιστα καθολική φέρει μαζί της και μια βαθιά πληγή της αυτοεκτίμησης και καταρράκωση της αξιοπρέπειας. Σε επίπεδο εθνικό τονίζεται πολύ συχνά από τους ιστορικούς, ότι η υποταγή στους όρους των συμμάχων στους Γερμανούς, μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, βιώθηκε σαν μια έσχατη και αθεράπευτη ταπείνωση. H ταπείνωση εκείνη ήταν υποχρεωτική όχι μόνο γιατί οι σύμμαχοι επέβαλλαν αυτούς τους ταπεινωτικούς όρους, ούτε μόνο για την οικονομική δυσπραγία τους. Η ταπείνωση και η υποταγή ήταν επίσης υποχρεωτική γιατί εισπράχτηκε ως ποινή για την ανεξέλεγκτη ενοχή τους γιατί αυτοί ήταν υπεύθυνοι για τον πόλεμο. Ήταν ακόμα ‘τεράστια’ για έναν ακόμα λόγο. Γιατί άνθρωποι πρωτόγονοι και με θυσιασμένο το έλλογο μέρος του εαυτού τους και την υποκειμενικότητά τους στο βωμό της τους στον F. δεν θα μπορούσαν να επεξεργασθούν αυτό τραύμα. Έτσι το τραύμα της υποταγής τους στους ξένους πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Μέσα λοιπόν σ’ αυτήν τη διαλεκτική της υποταγής και της ενοχής (η βαθύτερη ανάλυση της οποίας δεν μπορεί να γίνει σ’  αυτό το κείμενο) έφτασε ο Χίτλερ για να τους προτείνει την αντικατάσταση του αντικειμένου της υποταγής. Αντί να υποτάσσονται στους ξένους να υποταχτούν στον Φύρερ, δηλαδή στον ίδιον. Η επόμενη φάση υποταγής στον Φύρερ δεν ήταν πια αναγκαστική υποταγή αλλά επιλογή ανθρώπων μιας πρωτόγονης και βαρβαρικής έπαρσης, οι οποίοι στον εικοστό αιώνα λάτρευαν τους θεούς του πολέμου Βόταν και το θεό των κεραυνών Θώρ5. Αφού λοιπόν δεν ήταν υποχρεωτική έπρεπε να πληρώσουν οι ίδιοι τα ‘λύτρα’ για τα οφέλη που θα προσκόμιζαν από την πλήρη και εκούσια υποταγή στον νέο αρχηγό. Το κύριο όφελος, εκτός από την κάποια δουλειά και το φαγητό που τους δόθηκε, αυτό που ανέβασε στα ύψη του παραλογισμού τον ενθουσιασμό και την απόλυτη διαθεσιμότητα της ζωής τους και την παράδοσή τους στο έγκλημα ήταν η μεγαλομανιακή φαντασίωση που τους προσφέρθηκε. Ο κάθε ένας, το κάθε ασήμαντο ‘Εγώ’,  από την θλιβερή κατάσταση να κινδυνεύει να πεθάνει στο δρόμο από την πείνα, έγινε ξαφνικά ο γόνος μιας εκλεκτής και μοναδικής θεϊκής δημιουργίας, της Αρίας Φυλής, που σήμερα κατοικούσε στη Γερμανία. Η Γερμανία σαν χώρος δεν είχε άλλη αξία παρά μόνο ως τόπος κατοικίας αυτής της φυλής, της οποίας το πεπρωμένο ήταν να γίνει κυρίαρχη της γης, να εξαφανίσει τους μισούς κατοίκους της σαν άχρηστα σκουπίδια και να υποτάξει και να χρησιμοποιεί τους άλλους ως δούλους. Για να  γίνει όμως αυτό θα έπρεπε το κάθε ασήμαντο ‘Εγώ’ να υποταχθεί πλήρως στον Fuhrer. Η απόλυτη υποταγή σημαίνει ότι θα έπρεπε, όπως είπαμε, να πάψει να είναι έστω και ένα αδύνατο ‘Εγώ’ και να δημιουργήσει μια άλλη ‘ψυχή’ δοσμένης ποιότητας και είδους και επιβεβλημένης με τη δύναμη της θέλησης.

Επειδή όμως κάθε υποταγή, και πολύ περισσότερο η απολύτων προδιαγραφών, όπως αυτή που περιγράψαμε, εκλύει τεράστιες ποσότητες οργής και εκδίκησης, οι άνθρωποι εκείνοι βρέθηκαν μπροστά σε ένα τρομαχτικό αδιέξοδο. Δεν είχαν κανέναν αντίπαλο για να του επιτεθούν παρά μόνο τον εαυτό τους ως αίτιο της υποταγής.

Έτσι εγκαθίσταται ένας διχασμός, το ένα μέρος του εαυτού περιφρονεί και καταδικάζει το μέρος εκείνο του εαυτού που έχει υποταγεί. Μια τέτοια σύγκρουση είναι ικανή να δημιουργήσει τεράστιο άγχος και αποδιοργάνωση. Ο μόνος εύκολα βατός και συνήθης τρόπος για να αντιμετωπισθεί η σύγκρουση και το άγχος είναι η μετάθεση της πληγής σε κάποιον άλλον. Και αυτό μπορεί εύκολα να γίνει σε όλες τις συνήθεις περιπτώσεις σχέσεων εξουσίας και υποταγής, όπου αυτός που έχει ήδη υποταχθεί στον ανώτερό του υποτάσσει με τον ίδιο τρόπο τον κατώτερό του. Αυτό είναι μια μορφή εκδίκησης, διοχέτευσης τους άγχους και λύσης της σύγκρουσης. Εδώ όμως, όταν ο Fuhrer προσφέρει αυτό το μοντέλο σε όλους, για να έχει την υποταγή όλων στο πρόσωπό του, η σύγκρουση φτάνει υποχρεωτικά στη βάση, εκείνη των ασθενικών ‘Εγώ’. Η βάση  βέβαια είναι τεράστια, είναι όλος ο πληθυσμός. Η ‘ψυχική της οργάνωση’ είναι αναγκαία, αφ’ ενός  για να υπάρχει ο ίδιος και αφ’ ετέρου για να την στείλει στον πόλεμο.

Η βάση όμως είναι το τελευταίο σκαλοπάτι και δεν υπάρχουν άλλοι κατώτεροι για να μετατεθεί η κυριαρχία και η υποταγή και επομένως η εκδίκηση. Έτσι δεν λύνεται η σύγκρουση, δεν αίρεται το άγχος και δεν αποφεύγεται η αποδιοργάνωση. Το μόνο που μένει είναι η έσχατη ταπείνωση του άλλου, δηλαδή ο θάνατός του. Εν προκειμένω η ναζιστική θεωρία, από την οποία τροφοδοτείται η φαντασίωση, έχει προβλέψει να προγράψει ένα τεράστιο μέρος των ανθρώπων ως υποψήφιους νεκρούς.

Η πράξη αυτή είναι εύκολη, αρκεί να μην έχει κανείς αναστολή. Ο ίδιος έχει φροντίσει να χωρίσει τον κόσμο σε δύο κατηγορίες. Στους απογόνους της εξαιρετικής φυλής των Αρίων και σε κάποιες ‘συγγενείς’ φυλές, οι οποίοι δικαιούνται και πρέπει να κυριαρχήσουν στην ανθρωπότητα  και όλων των άλλων ανθρώπων, οι οποίοι είναι σκουπίδια και στην καλλίτερη περίπτωση θα εργάζονται ψωμοζώντας για να υπηρετούν ως δούλοι τους Γερμανούς. Και φυσικά ο θάνατός τους δεν έχει καμία αξία. Τους εξοντώνουμε στους θαλάμους των αερίων με εντομοκτόνα, όπως τα έντομα. Έτσι λοιπόν ο Fuhrer έχει απαλλάξει τους πιστούς του της βάσης από τον διχασμό και τη σύγκρουση, δίνοντάς τους τη δυνατότητα του φόνου του άλλου σαν έσχατο σκαλοπάτι υποταγής και άρα πλήρους ανάθεσης σ’ αυτόν της δικής τους σύγκρουσης. Αυτή η λύση ήταν εξαιρετική και τελεσφόρος, δεδομένου ότι η βάση τότε ήταν άνθρωποι πρωτόγονοι και απαίδευτοι και όσο πιο πρωτόγονος είναι κανείς τόσο λιγότερο αντέχει τη σύγκρουση. Συγχρόνως όμως ο Fuhrer αναλαμβάνει όλη την ευθύνη για κάθε φόνο και επομένως και την ενοχή. Ο καθ’ ένας από τη βάση εναποθέτει την ενοχή του εκ των  προτέρων και εκ των υστέρων στα πόδια του. Και αυτός είναι ο φέρων τις αμαρτίες όλων. Έτσι λοιπόν όλοι έχουν απελευθερωθεί από κάθε ενοχή και επομένως αναστολή και μπορούν να κάνουν τα  πάντα. Έτσι  ο Fuhrer και οι συν αυτώ—για να μην τους ξεχνάμε και τους άλλους—άνοιξε το δρόμο για την αποενοχοποίηση, την αποδοχή και την δικαίωση του κακού και όλων των φονικών παρορμήσεων.

Αυτή η ανάλυση μπορεί να φανεί πολύ θεωρητική και να κατηγορηθεί ως κατασκευασμένη. Έρχεται όμως ο ίδιος ο Χίτλερ για να επιβεβαιώσει του λόγου το αληθές.  Στις 13 Ιουλίου του 1934 ο Χίτλερ ανακοίνωσε ότι τη Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών, δηλαδή κατά το τριήμερο των εκκαθαρίσεων των αρχηγών των μονάδων των SA εκτελέστηκαν 74 και αυτοκτόνησαν 3. Πολλοί ιστορικοί ανεβάζουν τον αριθμό των εκτελεσθέντων σε 400. Ο Χίτλερ δικαιολόγησε την πράξη του ως εξής: «Αν κάποιος με ρωτήσει γιατί δεν έστειλα τους συνωμότες στη δικαιοσύνη, ένα έχω να τους πω: Είμαι υπεύθυνος για τη μοίρα του γερμανικού λαού και γι’ αυτό έγινα ο υπέρτατος κριτής». Ο υπέρτατος κριτής είναι ο Θεός, ο οποίος κρίνει με  το υπέρτατο δίκαιό του. Είναι ο Θεός και όλοι είναι, όχι πια οι οπαδοί, αλλά οι πιστοί. Άρα δεν μπορεί να  κάνει λάθος σε ότι κρίνει, αποφασίζει και διατάσσει. Επομένως δεν υπάρχει χώρος για ενοχή, ούτε στον ίδιον, ούτε σ’ αυτόν που εκτελεί τις εντολές του.

Όμως από αυτή τη φοβερή υπόθεση της ενοχής δε γλυτώνει κανείς και τόσο εύκολα. Υπάρχει μια βαθύτερη σκοτεινή και ανεξέλεγκτη περιοχή όπου κατοικεί η  ενοχή. Άνθρωποι, οι οποίοι έχουν αποφασίσει να συμπεριλάβουν στη ζωή τους το φόνο, το γνωρίζουν αυτό πολύ καλά και έχουν προαποφασίσει την ποινή τους, δηλαδή το θάνατό τους. Όπως τα μέλη της Μαφίας. Λένε ότι οι Γερμανοί πολεμούσαν  όρθιοι. Δεν ξέρουμε πόσο αληθινή είναι αυτή η πληροφορία. Φαίνεται όμως ότι σε ένα βαθμό μπορεί και να συνέβαινε. Από εκεί προερχόταν και η ιδιαίτερα ορμητική και παράτολμη συμπεριφορά τους στον πόλεμο.

Την ίδια τύχη είχε και ο θεός-Χίτλερ. Αυτός καθώς έφερε τις αμαρτίες όλων, απάλυνε φαίνεται το δικό του άγχος με το να οδηγεί στο θάνατο τους δικούς του, τους στρατιώτες του. Άλλη πληροφορία ιστορικά υποστηριγμένη λέει ότι όταν άρχισε η υποχώρηση, οι στρατηγοί του του πρότειναν ‘να συμπτυχθούν’. Δεν τολμούσαν να πουν ‘να υποχωτήσουν’. Όχι, να προχωρήσετε… να σκοτωθούν όλοι…’, απαντούσε επιμένοντας ο θεός-Χίτλερ. Να φανταστούμε ότι μόνο στη μάχη του Κουρσκ, στη Ρωσία σκοτώθηκαν 500.000 Γερμανοί στρατιώτες, δηλαδή όλοι αυτοί που είδαμε να παρελαύνουν, δηλαδή 200.000, και άλλοι τόσοι και άλλοι μισοί από αυτούς. Την ώρα που χαμογελούσε χαιρετώντας τους στην ώρα της παρέλασης, προετοίμαζε και οργάνωνε το θάνατό τους. Ενώ συγχρόνως τους περιφρονούσε, ονομάζοντάς τους ‘μάζα’, για την οποία επεφύλασσε το τέλειο ψεύδος, όπως έλεγε, αλλά και την αγραμματοσύνη, αφού το καλύτερο δώρο που μπορεί κανείς να κάνει στη μάζα είναι η αγραμματοσύνη, όπως πάλι έλεγε. Μαζί με τα χαμόγελα και τις χειραψίες, τα ωραία λόγια, τα όνειρα της μεγάλης Γερμανίας, τα άπειρα λάβαρα και τις σημαίες, τις μπάντες και τη μουσική. Πίσω απ’ όλ’ αυτά ο Fuhrer, ο Αρχηγός και ο Οδηγός έβλεπε το Θάνατο να ακολουθεί την παρέλαση και του έκλεινε το μάτι.

Στην εποχή μας οι κληρονόμοι των τότε Ναζί είναι λίγοι μεν αλλά τον τελευταίο καιρό αυγατίζουν σε όλα τα μέρη του κόσμου και στην Ελλάδα. Οι της ελληνικής επικράτειας κατατάσσονται σε δύο βασικές κατηγορίες με υποομάδες μέσα σ’ αυτές. Μία κατηγορία είναι οι ιδαλγοί της θεωρίας  και του πνεύματος του Ναζισμού, οι οποίοι αναμασούν όλα τα θεωρητικά κατασκευάσματα της ναζιστικής ιδεολογίας, ενώ αποσιωπούν τα εγκλήματά τους  η προσπαθούν να τα δικαιολογήσουν. Φαίνεται να μην τους ενδιαφέρει η πράξη αλλά να τους αρκεί ο θεωρητικός μηρυκασμός των χιτλερικών απόψεων. Εκδοτικός εκπρόσωπος αυτής της κατηγορίας είναι οι εκδόσεις «Το Απολλώνειο Φως». Οι συγγραφείς αυτής της κατηγορίας ονομάζουν «Δούρειο Ίππο» την «ακροδεξιά», η οποία  ως πέμπτη φάλαγγα μολύνει την ‘καθαρότητα’ της ‘εθνικοκοινωνικής (αντί εθνικοσοσιαλιστικής) ιδεολογίας.6  Η δεύτερη  κατηγορία είναι όλοι όσοι συσπειρώνονται γύρω από τη Χρυσή Αυγή. Αυτοί πολύ λίγο ενδιαφέρονται για τη θεωρία και κρατούν απ’ αυτήν μόνο ό,τι εξυπηρετεί ψυχολογικά και ‘επικοινωνιακά’ τη φασιστική επιθετικότητα στην πράξη. Οι φυλετικές κατατάξεις σε ανθρώπους πρώτης και δεύτερης κατηγορίας βοηθά στην οργάνωση των στόχων. Οι μετανάστες, είναι η αδύνατη κατηγορία των ανθρώπων που κατοικούν γύρω μας και γίνονται εύκολο στόχαστρο των εγκληματικών(εντός και εκτός εισαγωγικών) βλέψεων και ορέξεων των μελών αυτής της κατηγορίας.  Αυτό είναι ένα ωμό περιτύλιγμα της επιθετικότητας, γιατί το γερμανικό ναζιστικό μοντέλο είχε το θεωρητικό επικάλυμμα της Αρίας φυλή, το οποίο θα μπορούσε σε ένα βαθμό να προσφέρει κάποια επιφανειακή και ανόητη δικαιολογία για το έγκλημα. Δεύτερο στόχαστρο είναι οι κομμουνιστές, αντιγράφοντας και εδώ το χιτλερικό μοντέλο, χωρίς όμως τώρα κανένα ειπωμένο λόγο γι’ αυτό. Αυτή η κατηγορία γενικά δεν έχει «λόγο», γιατί δεν έχει τι να πει. Υπακούει απλά τυφλά σε κάποια παρασκηνιακή και παρακρατική εξουσία η οποία θέλει να τους χρησιμοποιήσει για κάποιους δικούς της σκοπούς. Αυτά όλα γίνονται μέσα στο σκοτάδι, αφού οποιοδήποτε κακό δεν αντέχει το φως. Ενδιαφέρον είναι ότι και στην περίπτωση αυτή φαίνεται ότι η υποταγή είναι πλήρης και στο σημείο αυτό η αντιγραφή του χιτλερικού μοντέλου είναι επίσης πλήρης. Μόνο που στην εδώ περίπτωση δεν υπάρχει κανένα πρόσχημα, σαν κι αυτά που υπήρχαν τότε.

Να παραθέσω τώρα με δυο λόγια ένα περιστατικό. Βρέθηκα έξω από την καγκελόπορτα μιας εισόδου του μετρό σε μέρα απεργίας. Με πλησίασε κάποιος, που στεκόταν εκεί σαν κάτι να περίμενε, και με ρώτησε αν είμαι ενοχλημένος με τους απεργούς. Ήταν πολύ γυμνασμένος με  μαύρα ρούχα και μου θύμισε τους ανθρώπους για τους οποίους μιλάμε. Πιάσαμε κουβέντα, ήταν πολύ ευγενής και καλοπροαίρετος και κάποια στιγμή με ρώτησε αν γνωρίζω πόσοι είναι οι μετανάστες στην Ελλάδα.  Όταν του απάντησα, μου είπε: «Όχι, είναι εφτά εκατομμύρια. Ο ξάδερφός μου γνωρίζει κάποιους από την αστυνομία και εκείνοι του είπαν ότι είναι τόσοι» είπε, θα έλεγα με αφέλεια. «Μα τότε θα έπρεπε σε κάθε δέκα Έλληνες, που βλέπουμε στους δρόμους να βλέπουμε και εφτά μετανάστες», είπα εγώ. «Όχι, όχι, είναι σε γκέτο στην επαρχία» απάντησε, χωρίς να δείχνει ότι με κοροϊδεύει συνειδητά—πριν αρχίσει η συζήτηση για τα γκέτο. Με την πιο αυστηρή ψυχιατρική ματιά θα έλεγα ότι αυτός ο άνθρωπος είχε τη νοημοσύνη ενός μέσου ανθρώπου, δεν ήταν καθόλου ανόητος ή μικρονοϊκός, μολονότι αυτή κουβέντα του ήταν ανόητη. Η κατάργηση της λογικής και η μετακίνηση έξω από τα όρια της πραγματικότητας φαίνεται ότι είναι το αποτέλεσμα της απόλυτης υποταγής  στο λόγο ενός άλλου. Ενδιαφέρον είναι επίσης, ότι μ’ αυτόν τον άνθρωπο κάναμε μια πολύ φιλική συζήτηση, χωρίς αυτό να προέρχεται από πολιτικάντικη υποκρισία. Θα μπορούσε να έχει κανείς μια φιλική σχέση μαζί του. Ωστόσο, δεν θα ήταν απίθανο αν την επόμενη μέρα θα φορούσε μια κουκούλα, θα κρατούσε ένα ρόπαλο και θα χτυπούσε στο κεφάλι τους διαδηλωτές. Σκέφτηκα, ότι αυτός ο άνθρωπος ζει μέσα του  ένα τεράστιο σχίσμα,7 ανάμεσα σε δύο ‘ανθρώπους’. Αποτέλεσμα και αυτό σε ένα μεγάλο ποσοστό της απόλυτη υποταγής σε κάποιον εντολέα, ο οποίος τον χρησιμοποιεί. Φαίνεται λοιπόν ότι ένα μέρος των σημερινών νεοφασιστών είναι έτσι, σαν κι αυτόν. Φέρουν μέσα τους την ίδια ανάγκη της υποταγής, την ίδια αυτοϋποτίμηση, την ίδια σύγκρουση και την ίδια διέξοδο με την καταστροφή του κατωτέρου, όπως πριν περιγράψαμε. Οι άλλοι, οι ανώτεροι και μάλλον οι λιγότεροι, είναι οι εσωτερικά οργανωμένοι παγεροί εραστές των εντολέων αλλά και του εγκλήματος.

Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι η Χρυσή Αυγή στρατολογεί υποστηρικτές και ψηφοφόρους από ανθρώπους, οι οποίοι είτε δεν μπορούν να διαχειρισθούν τον τρόμο τους, οποιασδήποτε προέλευσης, είτε δεν μπορούν να διαχειρισθούν μέσα τους τις μεγάλες ποσότητες της οργής, που πλημμυρίζουν τον ψυχικό τους χώρο και καταφεύγουν στην αποενοχοποιημένη καταστροφικότητα προς τον άλλον. Αυτό που αλλού ονομάσαμε σύνδρομο του Κάιν ή αδελφοκτονία

Τελειώνοντας, πρέπει να αναφερθούμε στα μέτρα του κ. Χρυσοχοϊδη για τα προετοιμαζόμενα γκέτο των μεταναστών. Με το πρόσχημα της λύσης του προβλήματος των μεταναστών, ο εν λόγω υπουργός, βαθιά και κρυφά, συμβαδίζει με τις χιτλερικές και χρυσαυγίτικες απόψεις για τους δεύτερης κατηγορίας ανθρώπους. Είναι μάλλον αυτό που λέγαμε σε άλλο κείμενό μας, ότι κάποια στιγμή τα πράγματα αυτοαποκαλύπτονται μέσα από μια δική τους εσωτερική αναγκαιότητα.

1.    Ο γνωστός μεξικανός ζωγράφος Ντιέγκο Ριβέρα περιγράφει την εμπειρία   του από μια ομιλία του Χίτλερ στο Βερολίνο το 1928 και έξω από τα κεντρικά γραφεία του Κομμουνιστικού κόμματος. ΟΙ δύο φίλοι του στελέχη του ΚΚΓερμανίας γελούσαν μαζί του, τον ονόμαζαν ‘κλόουν’ και πίστευαν ότι σε λίγους μήνες δεν θα υπήρχε πια.(Από το My Art, my Life an autobiography, Dover, 1991).

2.    F. Nitzsche, O Άντίχριστος, Εκδ. ΚΑΚΤΟΣ, 1989, σελ. 148.

3.    Karl Jaspers, H Πάλη κατά του Ολοκληρωτισμού, ΛΩΤΟΣ, 2-3, 1971,            Μετ. Αχιλλέα Βαγενά.

4.    Αναφερόμαστε στο γνωστό δίστιχο: «Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει/τώρα π’ ανθίζουν τα κλαριά και βγάζ’ η γη χορτάρι.» Αναφέρεται ότι το είπε ο ίδιος ο ίδιος ο Αθ. Διάκος πριν τη θανάτωσή του. http://www.gnomikologikon.gr

5.    Ντιέγκο Ριβέρα, My Art, my Life an autobiography, Dover, 1991, στο «Μαρξιστική Σκέψη», τομ. 5. Εκδ. Πατάκη, 2012.

6.   Ιωάννης Χαραλαμπόπουλος, Εθνικοσοσιαλισμός και αρχαία Ελλάδα.    Εκδ.  Απολλώνειο Φως, (Το έτος έκδοσης μπορεί κανείς να το υποθέσει από την τιμή, που είναι τυπωμένη στο εξώφυλλο σε €).

7.  Προτιμούμε τη λέξη αυτή, γιατί διαφορετικά κινδυνεύουμε να προσκρούσουμε σε ψυχιατρικούς όρους, πράγμα που δεν θα ήταν το καλύτερο. Σημειώνουμε ότι δεν υπάρχει κλινική ψυχιατρική της κοινότητας ή της ομάδας ή της μάζας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΟΤΟΝΑΚΗΣ

Απρίλιος 2012

Email: gio.boton@gmail.com

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: