Οι Εραστές των Νεκρών Αριθμών

            (Γιώργος Μποτονάκης)

 

Αυτό το όνομα εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά μας  όταν γραφόταν το κείμενο «Ο Εκκλησιαστικός Λόγος και ο Πλούτος».  Η ιδέα ξεκίνησε από την αποστροφή του Μ. Βασιλείου για την κατοχή του χρυσού, στο κείμενό του «Ομιλία προς τους πλουτούντας». Το κείμενο εκείνο δημοσιεύτηκε σ’ αυτή τη σειρά πριν από λίγο καιρό.

Σε μια φιλική βραδιά πριν τις εκλογές, κάποιος από την παρέα πρότεινε να μας διαβάσει ένα απόσπασμα από εκείνο το κείμενο, για να βοηθήσει τη συζήτηση. Διάβασε λοιπόν: «Είναι φοβερά μανία, όσον μεν ο χρυσός ήταν εις μετάλλευμα, να ανασκάπτεις την γην, όταν δε ανακαλυφθεί, να τον εξαφανίζεις και πάλιν εις την γην…» Με τη φράση αυτή υποσημαίνει  ο συγγραφέας, ότι αν ο χρυσός χρησιμοποιήσει την αξία του, υπέρ της ζωής των ανθρώπων και προπάντων αυτών που έχουν ανάγκη, τότε μόνο θα αποκτήσει νόημα, θα γίνει δηλαδή ένα σημαίνον ανθρώπινης αξίας, προσφοράς και ζωής… Αλλιώς, θα ξαναγυρίζει στη γη—δηλαδή αυτοί που τον έχουν θα τον θάψουν και πάλι στη γη για να τον φυλάξουν από τους κλέφτες—ακολουθώντας κυριολεκτικά τη μοίρα του θανάτου και της ταφής… Οι πλούσιοι σήμερα δεν κατέχουν συνήθως χρυσό, κατέχουν όμως μετοχές, βιβλιάρια και ομόλογα, δηλαδή χαρτιά με αριθμούς. Αυτά τα νούμερα δεν έχουν καμία αξία και καμία ζωή ακριβώς γιατί δε χρησιμοποιούνται,  όπως και  ο χρυσός, ο θαμμένος στη γη. Είναι νεκροί αριθμοί… Ούτε καν χάριν της ζωής του ανθρώπου, ο οποίος τα κατέχει, γιατί περισσεύουν από τις πιο πολυτελείς του ανάγκες. Τα νούμερα αυτά είναι νεκρά, και όταν μεγαλώνουν, ο κάτοχος ικανοποιείται με μια παράξενη ηδονή, την ηδονή των νεκρών αριθμών.  Ωστόσο, και αυτό το ψυχικό γεγονός—μολονότι μιλάμε για ηδονή—εμπεριέχει τον θάνατο, γιατί δεν προσφέρει τίποτα στη ζωή και όχι μόνο των άλλων, αλλά ούτε καν στη δική του. Άρα, η φαντασιωσική αυτή ικανοποίηαη του εραστή των νεκρών αριθμών δεν κάνει τίποτα άλλο παρά ν’ ανακυκλίζει τη νεκρή τους ύπαρξη.»

—Εδώ σταματώ την ανάγνωση, είπε. Ελπίζω να μας βοηθήσει στη συζήτηση.

—Αυτός ο έρωτας των νεκρών αριθμών είναι ένας ψυχρός έρωτας.  Αλλά δεν καταλαβαίνω. Ο έρωτας είναι πηγή της ζωής. Πώς μπορεί να υπηρετεί, να ‘γεννά’ τον θάνατο; Είπε πάλι κάποιος άλλος.

—Αν υπάρχει ελάχιστο συναίσθημα θα πρέπει να είναι μάλλον κατασκευασμένο. Ούτε ο αρχαίος έρως του Πλάτωνος, ούτε ο έρωτας των χιλιάδων ποιητών ούτε η  libido του Freud δεν μπορούν να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε τη ηδονή  των νεκρών αριθμών.

—Θα πρέπει μάλλον να τον φανταστούμε σαν ένα είδος ψυχαναγκασμού ή ψυχρής μανίας, όπως λέει ο Μ. Βσίλειος, η οποία γεμίζει όλο το νοητικό, αναπαραστασιακό και ψυχικό χώρο—ό,τι ψυχικό έχει τελικά απομείνει. Είπε κάποιος άλλος, που ήξερε ψυχολογία.

—Ένας χώρος που δεν συνδέεται με βιώματα ζωής αυτού του ανθρώπου, τα οποία και αν κάποτε είχαν υπάρξει, σήμερα έχουν ξεχαστεί. Σήμερα έχουν παραμείνει οι ψηφιακές τους αναπαραγωγές, αποτέλεσμα ενός ψηφιακού προγραμματισμού, ο οποίος αποκλείει τη ζωή του αυθεντικού και ελεύθερου βιώματος και υπακούει στη ψηφιακή εντολή. Στη ψηφιακή εντολή καταφεύγουν λόγω έλλειψης της ψυχικής ζωής, οι ίδιοι οι εραστές των νεκρών αριθμών.  Είπε ο τρίτος, προγραμματιστής στο επάγγελμα.

—Ούτε κι εγώ μπορώ να καταλάβω… ίσως να είναι ένας άλλος έρωτας, βαπτισμένος στο κακό και στην καταστροφή, που ωστόσο ζει όπως ο βρυκόλακας και γεννά το θάνατο… ξαναείπε ο πρώτος.

—Αυτό είναι τρομερό, είπαν όλοι σχεδόν μαζί. Και… πώς είναι δυνατόν αυτό;

Κάποιος άλλος τότε θυμήθηκε μια παλιά ιστορία που ήταν ο ίδιος  παρών.

—Τώρα ακούστε αυτή την ιστορία για να γελάσουμε και λίγο… Ταξίδευα λοιπόν με το καραβάκι από τις Καρυές του Αγίου Όρους στην Ουρανούπολη της Χαλκιδικής. Ένας καλόγερος μιλούσε κι εγώ τον άκουγα από κάποια απόσταση να λέει αριθμούς.  Ήταν μάλλον μικρόσωμος, κάπως γεμάτος, με γκρίζο κεφάλι, γυαλιά μυωπίας και ύφος διανοούμενου. Υπήρχε ακόμα η δραχμή και μάλιστα πριν από αρκετά χρόνια, όταν είχε πολύ μεγαλύτερη αξία∙ και έλεγε ο καλόγερος: «…δύο εκατομμύρια… οχτακόσιες χιλιάδες… τρία εκατομμύρια…πέντε  εκατομμύρια… δεκαπέντε εκατομμύρια… κλπ.» Τα υπόλοιπα λόγια δεν ακουγόταν από την απόσταση που βρισκόταν ο αφηγητής, ακουγόταν μόνο τα νούμερα, τα οποία πρόφερε με έμφαση ο καλόγερος, σαν να καμάρωνε. Τα νούμερα αυτά λεγόταν σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο και εγώ απορούσα για το πώς συνδέονται μεταξύ τους. Ένα μόνιμο χαμόγελο σεμνού θριάμβου ήταν τυπωμένο στο πρόσωπό του και κάπου κάπου κοίταζε γύρω του για να δει αν τον ακούν. Αυτό κράτησε πολλή ώρα, ένα μεγάλο μέρος του ταξιδιού. Αναρωτήθηκα τότε για το τι άλλο, εκτός από αυτά τα νούμερα, μπορούσε να περιέχει εκείνο το γκρίζο κεφάλι.

Όλοι ξαφνιάστηκαν και σιώπησαν για λίγο.

—Μα πώς είναι δυνατόν… ο καλόγερος… είπε κάποιος.

—Δηλαδή ήταν κι αυτός εραστής των νεκρών αριθμών; Και γιατί όχι. Είπε κάποιος άλλος και κοίταξε όλους μας έναν έναν στα μάτια.

—Θέλετε τώρα να σας αφηγηθώ το όνειρο ενός από αυτούς τους ανθρώπους, όπως μου το είπε ο ίδιος; Ακούστηκε κάποιος που είχε κάποια  κονέ με τους εραστές των νεκρών αριθμών.

Όλοι συμφώνησαν και ο φίλος ξεκίνησε. «Ένας άνθρωπος, βρίσκεται σε έναν χώρο σαν ένα  πολύ μεγάλο δωμάτιο. Στους τοίχους ήταν καρφιτσωμένα χαρτονομίσματα και τους σκέπαζαν και πίσω τους κάποια άλλα πιο μεγάλα και  πιο πίσω επάνω στους τοίχους σαν ταπετσαρία κάτι τεράστια που κάλυπταν τους τοίχους και το  ταβάνι. Ο χώρος είναι γεμάτος από αιωρούμενα χαρτονομίσματα που πετούσαν μπροστά του  σαν χρωματιστές νυχτερίδες. Όλο το παράξενο σκηνικό έμοιαζε σαν να ήταν ολόκληρος ο κόσμος γεμάτος με χαρτονομίσματα και οι ταπετσαρίες στους τοίχους έμοιαζαν, όπως ο ουρανός φτιαγμένος από τεράστια διάφανα χαρτονομίσματα.  Κάποιοι αριθμοί πετούσαν φευγαλέα σαν ασπρόμαυρες νυχτερίδες και κάποιες σκέψεις σαν μικρές αστραπές. ίσως ήταν οι δικές του σκέψεις.

Καθώς συνωστιζόταν  γύρω απ’ το κεφάλι του, έμπαιναν μέσα στο στόμα του, σκέπαζαν τα μάτια κι έβγαζαν συριγμούς και παράξενους ήχους όπως ακουμπούσαν το ένα με το άλλο ή σέρνονταν στους τοίχους. Κάποιες φορές πήγε να τα φτύσει, αλλά αντίθετα τα μάσησε και τα κατάπιε. Κάποιες φορές που κατάφερνε να δει ανάμεσά τους  έξω από το παράθυρο τον έξω κόσμο αυτόματα αυτή η εικόνα μεταμορφώθηκε σε αιωρούμενα παιχνιδιάρικα χαρτονομίσματα. Πότε πότε άκουγε κάτι σαν ομιλίες και δεν ήξερε αν ήταν κι άλλοι  εκεί κοντά ή αν μιλούσαν τα πρόσωπα, τα ζωγραφισμένα στα χαρτιά. Αυτό τον φόβισε, γιατί αν ήταν και άλλοι εκεί μέσα, τότε μπορεί ν’  άρπαζαν τα λεφτά και να έφευγαν.  Τότε ο άνθρωπός μας ηρέμησε και σκέφτηκε πιο λογικά. Είπε λοιπόν ν’ αρχίζει να μετρά τα χαρτονομίσματα, για να ξέρει ακριβώς πόσα είναι. Για να μπορέσει λοιπόν να τα ξεχωρίζει και να μη τα μετρά δύο φορές, προσπάθησε να βρίσκει κάτι ξεχωριστό που έχει το κάθε ένα. Ένα σημαδάκι, ένα τσάκισμα, μια γραμμούλα Ή κάποιο να είναι γερασμένο από την πολλή χρήση ή άλλο να είναι νέο και ζωηρό.  Ή να μοσκοβολάει από τη τσάντα μιας κυρίας, ή να βρομάει απ’ την κωλότσεπη ενός άπλυτου εμπόρου στη λαχαναγορά. Ήθελε οπωσδήποτε να τα μετρήσει αλλά δεν ήταν και τόσο εύκολο, γιατί μετά ξεχνούσε τα σημάδια που είχε βρει αφού ήταν πάρα πολλά και έπρεπε να τα θυμάται ένα ένα.  Εκείνα όμως άρχισαν να τρέχουν ολοένα και πιο γρήγορα και  μπερδευόταν, ήταν φυσικά ευχαριστημένος που ήταν πάρα πολλά, αυτά στριφογύριζαν σα λυσσασμένα γύρω του, γρήγορα. Θύμωσε τότε πάρα πολύ κι όσο θύμωνε τόσο αυτά στριφογύριζαν πιο γρήγορα, ήταν έξαλλος από οργή, προσέξτε αναθεματισμένα, φώναξε και εκείνα τον άκουσαν και πετούσαν πιο προσεκτικά, για να μην χτυπάνε το ένα πάνω στο άλλο, όπως οι γλάροι. Θύμωσε και με τον εαυτό του, γιατί δεν μπορούσε να τα μετρήσει. Πρέπει να τα μετρήσω, φώναζε μανιασμένος. Μόλις συνερχόταν έτρεχε αμέσως να γράψει στον τοίχο τον αριθμό, πριν τον ξεχάσει, δεν ήξερε κι όλας αν τα είχε ξαναμετρήσει δυο φορές ίσως και τρεις, και χαιρόταν που μεγάλωνε ο αριθμός, μακάρι έλεγε να μην το έχω μετρήσει δυο φορές, αλλοίμονο αν τρεις, είπε με φόβο.

Κάποια μέρα όμως του Αυγούστου, δύο το μεσημέρι, καύσωνας έξω σαράντα βαθμούς. Εκείνη όμως τη στιγμή τρελάθηκαν όλα πετούσαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα και χτυπούσαν το ένα στο άλλο. Μετά έμπαιναν στο στόμα του, στα μάτια του στ’ αυτιά του. Συχαινόταν που τάτρωγε πάλι και πάλι και δεν μπορούσε να  πάρει αναπνοή και μετά προσπαθούσε να κάνει εμετό, τα έπαιρνε και τα έβαζε στον ήλιο να στεγνώσουν. Μετά αποκαμωμένος σταματούσε το μέτρημα και προσπαθούσε να κοιμηθεί. Κάποιες στιγμές ξυπνούσε τρομαγμένος γιατί το πρόσωπό του ήταν καταϊδρωμένο και σκεπασμένο από δαύτα που ξάπλωναν επάνω του για να ξεκουραστούν και να κοιμηθούν κι αυτά. Το άλλο πρωί καθώς ξυπνούσε σχετικά ξεκούραστος ξανάρχιζε πάλι το μέτρημα με μεγαλύτερη επιθυμία να βρει πόσα είναι και να γράψει τους αριθμούς στον τοίχο, ευτυχώς είχε βρει μια κιμωλία πεταμένη στο πάτωμα. Όταν πάλι έγραφε τους αριθμούς, πληγωνόταν πολύ και έκλαιγε, γιατί ήταν σαν να έχανε εκείνο το μεγάλο το ζωγραφισμένο στον τοίχο, που το έκρυβαν οι αριθμοί με την κιμωλία. Και πάλι το ίδιο βιολί, που κατέληγε στην ίδια απελπισία. Μια μέρα λοιπόν φώναξε έξαλλος , ή θα τα μετρήσω ή θα πεθάνω!

Απελπισμένος και εκνευρισμένος όρμησε σαν αετός, σκέφτηκε, να τα  κυνηγά, να ψάχνει τα σημάδια, να σημειώνει με  κόκκινο ένα ένα, να σκουπίζει στο παντελόνι τα ιδρωμένα του χέρια, του ήρθε να καπνίσει, ευτυχώς το πρόλαβε, θα έπαιρναν όλα φωτιά, δεν ήθελε να πάει για κατούρημα, πρώτα να τα μετρήσει και μετά, έγραφε πάλι και έσβηνε αριθμούς, τα λεφτά όλο και πληθαίνανε, έμπαιναν ξεδιάντροπα στα μούτρα του, μέσα του, κάποια στιγμή δεν μπορούσε ν’ ανασάνει και η μανία ολοένα μεγάλωνε σαν φωτιά και η χαρά του μαζί, σαν πυρκαγιά στο δάσος, το σώμα του πυρώθηκε και τότε είπε μέσα του, αν γίνω κι εγώ ένα χαρτονόμισμα σαν και τ’ άλλα, τότε θα μπορέσω να τα μετρήσω με την ησυχία μου. Και τότε έγινε σαν θαύμα, άρχισε να υψώνεται από το πάτωμα και να πετά κι αυτός στον αέρα ανάμεσά τους. Είδε τότε το σώμα του να λεπταίνει και να γίνεται σαν χαρτί τρόμαξε είμαι εγώ, είπε, εγώ είμαι, αφού μπορώ και το σκέφτομαι και τι μου χρειάζεται το σώμα, είπε ξανά, τώρα θα τα μετρήσω επί τέλους. Θα πετώ ανάμεσά τους, θα τα πιάνω, θα τους μιλώ θα τα γνωρίζω απ’ τη φωνή τους και θα τα  σημαδεύω. ω, επί τέλους θα τα μετρήσω!

Έπεσε τότε να κοιμηθεί ευχαριστημένος Ήταν ενθουσιασμένος και με τους αριθμούς και με τον εαυτό του, γελούσε πολύ. Τη νύχτα ξύπνησε με μια παράξενη αίσθηση. Λίγο λίγο την αναγνώρισε Ήταν κάτι σαν σεξουαλικό αυτό και μετά το αναγνώρισε αμέσως, αφού έχω τόσο καιρό να το νοιώσω αυτό, είπε, από τότε που μπήκα εδώ μέσα, αυτό όμως προχωρούσε και φούντωνε, άλλο κι αυτό φώναξε, μα τι έχω πάθει, είπε, κι αυτό όσο μεγάλωνε και τον άρπαζε άρχισε να ξεχνά τους αριθμούς. Μόλις το κατάλαβε τρόμαξε, τους αριθμούς μου, φώναξε, σκάσε, φώναξε πάλι, αλλά αυτό ολοένα και φούντωνε και μεγάλωνε και κάποια στιγμή  ξέφυγε και… εκσπερμάτισε… Τρόμαξε πάρα πολύ αλλά δεν είχε το κουράγιο να διαμαρτυρηθεί και ντράπηκε, το ομολόγησε κι αυτό… πέταξε προσεκτικά και πήγε σε μια γωνιά, άρπαξε ένα φτηνό χαρτονόμισμα και σκουπίστηκε και μετά προσπάθησε να ηρεμήσει. Τότε σκέφτηκε, πώς είναι δυνατόν, που τα βρήκα τα υγρά, αφού είμαι ένα στεγνό χαρτονόμισμα… ϊσως οι υδρατμοί από τις αναπνοές είπε, μάλλον αυτό… Μετά αποκοιμήθηκε χαλαρωμένος. Όταν ξύπνησε το πρωί, κανένας δεν του μίλησε γι’ αυτό. Μπορεί και να μην το είδαν, μπορεί και από σεβασμό ίσως. Τότε συνειδητοποίησε ότι τόσο καιρό εκεί μέσα όλα τον είχαν αναγνωρίσει σαν αρχηγό, ακριβώς γιατί είδαν τη μανία του να θέλει να τα μετρά και αυτό του έδωσε μια αυτοπεποίηθηση. Έχουμε μια αξία είπαν τότε όλα τα χαρτονομίσματα σιωπηλά.  Αυτό το φοβερό συμβάν δεν ξανάγινε ποτέ.

Πέρασαν χρόνια από τότε. Ο άνθρωπός μας πετούσε κάθε μέρα ανάμεσά τους και τα βράδια κοιμόταν. Γνωρίστηκε με όλα, τα γνώριζε ένα ένα, όπως ο βοσκός τα πρόβατά του. Τους έδωσε και ονόματα και παρατσούκλια, τους έδινε συμβουλές να μην πετάνε γρήγορα γιατί χτυπούσε καμιά φορά το ένα το άλλο και τραυματιζόταν και τα πιο γερασμένα πέθαιναν, ίσως και από την πολλή κούραση Αυτά τα μάζευε με προσοχή και τα έβαζε στην άκρη για να τα θάψει κάποια στιγμή. Καλωσόριζε τα καινούργια και έκανε τις δέουσες συστάσεις. Θεώρησε σωστό να βάλει μια κάποια ιεραρχία, τα πιο ακριβά ήταν η ανώτερη τάξη και μετά ερχόταν τα παρακατιανά. Και όλο μετρούσε με την ησυχία του και έγραφε τους αριθμούς με κιμωλία στους τοίχους και μετά τα έσβηνε για να μη σκεπάζουν τα μεγάλα τα ζωγραφισμένα. Μέχρι που γέμισαν όλοι οι τοίχοι με αριθμούς και το πιο σπουδαίο τους θυμόταν όλους απ’ έξω.

Ώσπου μια μέρα, ήταν χειμώνας και έκανε κρύο, τα είδε να ορμάνε όλα μαζί εναντίον του και άρχισαν να τον χτυπάνε από παντού. χτυπούσαν πιο πολύ, τον τραυμάτισαν άσχημα, ένοιωθε αδύνατος, μα αυτό είναι συνομωσία είπε, μα που βρήκαν το μυαλό για να οργανώσουν μια συνομωσία σκέφτηκε, κόντευε να χάσει τις αισθήσεις του, έκλεψαν από εμένα το μυαλό είπε, κοίταξε για τελευταία φορά τον τελικό αριθμό και  έπεσε αναίσθητος στο πάτωμα. Ξύπνησε πιστεύοντας  ότι ήταν νεκρός.

–Αυτό είναι ψέμα. Είναι κατασκευασμένο. Ένα τέτοιο όνειρο δεν μπορεί να το είδε ένας τραπεζίτης. Ένας τραπεζίτης είναι πολύ σίγουρος και δεν μπορεί να βλέπει τέτοια όνειρα. Είπε ένας της παρέας, που μέχρι τότε δεν είχε πει κουβέντα. Έπεσε πάλι σιωπή και τότε ακούστηκε ένα στριφογυριστό γέλιο από ένα παιδάκι, που καθόταν μόνο του σε μια γωνιά.

–Μα, με συγχωρείτε, εγώ δεν είπα ότι το όνειρο το είδε ένας τραπεζίτης. Απάντησε ξαφνιασμένος ο αφηγητής.

–Τότε;…

–Τότε;… Ε, λοιπόν εγώ το έγραψα, έτσι μου ήρθε και το έγραψα… άλλωστε αυτό το όνειρο θα μπορούσε να το δει οποισδήποτε και όχι μόνο ένας τραπεζίτης, φυσικά…, είπε πάλι ο αφηγητής.

Αμέσως τότε σαν να ήρθε μια κρυφή αναταραχή. Κάποιοι άναψαν τσιγάρο, άλλοι έπεσαν σε βαθιά συλλογή, κάποιοι ξέσπασαν σε γέλια, δύο έβαλαν αμέσως κρασί στα ποτήρια τις και βγήκαν στο μπαλκόνι. Και κάποιος πήγε βιαστικός στην τουαλέτα. Και το παιδί άρχισε πάλι να γελά και  έκανε μια δυο κωλοτούμπες.

Αυτά ειπώθηκαν εκείνο το βράδυ μετά από μία πολιτική συζήτηση εν όψει των εκλογών. Έ, και μετά άδειασαν όλοι τα ποτήρια τις και έφυγαν.

Λίγο αργότερα φτάνοντας στο σπίτι μου, ο αφηγητής μου τηλεφώνησε να μου  πει το υστερόγραφο

Υ.Γ. Οι εραστές των νεκρών αριθμών σύμφωνα με το πρωτόκολλο είναι υποχρεωμένοι να φορούν πάντα μία μάσκα. Τη δική τις μάσκα. Η μάσκα είναι προσωπικό  είδος και μάλιστα προσωπική δημιουργία. Είναι μία σύνθεση τις ευφυϊας του κατόχου και τις ικανότητας διαχείρισης του ψεύδους του εαυτού του, δηλαδή του ψευδούς εαυτού του. Είναι καλή εκείνη η μάσκα που ο φέρων φαντάζεται ότι οι οπαδοί του θέλουν διαρκώς να βλέπουν. Η καλύτερη τις είναι εκείνη που καλύπτει τις νεκρούς αριθμούς και οι εξαιρετικής ποιότητα είναι εκείνες που δείχνουν τις αριθμούς, όχι νεκρούς αλλά σαν να είναι ζωντανοί.

Τα πράγματα τις δυσκολεύουν γιατί οι άνθρωποι είναι από τη φύση τις τιςεπίπεδα όντα, τις τις έφτιαξε ο δημιουργός, ίσως για να παίξει με τη μονοχνωτιά τις. Κάπου κάπου τις γίνονται αυτές οι διαβολεμένες ανατροπές. Τότε οι μάσκες δε φτουράνε, μένουν μετέωρες, σαν να ξεκολλάνε από το πρόσωπο, χάνουν και το λίγο αίμα που τις τροφοδοτούσε και πεθαίνουν κι αυτές, ενώ εξακολουθούν να κινούνται νεκρές  στον αέρα. Τότε αποκαλύπτεται το γυμνό πρόσωπο του εραστή των νεκρών αριθμών.

Την άλλη μέρα μου έστειλε αυτή τη φωτογραφία.

 

 

Και από κάτω αυτή μακρόσυρτη λεζάντα.

«Ο κ. τέως πρόεδρος έκανε λάθος κλικ με το ποντίκι του και πάτησε το προγραμματάκι που καθορίζει το πώς υποδέχεται ένας μεγάλος ένα παιδάκι που πήρε με δέκα το ενδεικτικό του. Ενώ σκόπευε να κάνει κλικ στο προγραμματάκι που χρειαζόταν για να δώσει συγχαρητήρια στον κ. Βενιζέλο όταν εκλέχτηκε πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ. Και ο νέος πρόεδρος, βλέποντας τον ενθουσιασμό του προέδρου, έκανε κλικ σε ένα προγραμματάκι για το πώς βγάζει κανείς σεμνότητα και ταπεινότητα μπροστά στον ενθουσιασμένο μπαμπά του.»

Επειδή κινδυνεύουμε να κατηγορηθούμε για μεροληψία και να παρεξηγηθούμε οφείλουμε να σημειώσουμε ότι υπάρχουν και εκείνοι με ακριβώς την αντίθετη συμπεριφορά. Είναι εκείνοι οι οποίοι δεν ενδιαφέρονται για τι θα πουν οι άλλοι και επομένως η μάσκα τους είναι αδιάφορη. Σ’ αυτούς υπάρχουν δύο κατηγορίες απολύτως αντίθετες. Στους πρώτους ανήκουν εκείνοι οι πολύ λίγοι, οι οποίοι θέλουν να ζουν και να εκφράζουν αυτό που υπάρχει μέσα τους και όπως κάθε στιγμή το βιώνουν, αδιαφορώντας για το τι θα πει η κοινωνία. Στην παγκόσμια λογοτεχνία εκπρόσωπος αυτής της κατηγορίας είναι ο πρίγκιπας Μίσκιν στο μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι, «Ο Ηλίθιος». Στον αντίποδα είναι εκείνοι—είναι λίγοι κι αυτοί αλλά περισσότεροι από εκείνους σαν τον πρίγκιπα Μίσκιν—οι οποίοι δεν χολοσκάνε και πολύ για την αποκάλυψη των κρυφών τους πράξεων. Στη σύγχρονη γλώσσα ονομάζονται killers. Killer είναι αυτός στον οποίο κάποιος απευθύνεται και του λέει «θέλουμε να τελειώνουμε μ’ αυτόν». Αυτός λέει «εν τάξει, πόσα;». «Τόσα, τα μισά τώρα και τα άλλα μετά» λέει ο πρώτος. Παίρνει τα μισά και φεύγει. Όταν τελειώσει, λέει στον πρώτο «όλα εν τάξει». Παίρνει και τα υπόλοιπα και το βράδυ τρώει με τη φιλενάδα του σε ένα ακριβό εστιατόριο. Οι εν λόγω, υνεργάζονται κυρίως με τη Μαφία και γενικότερα με τον υπόκοσμο. Όταν όμως έχουν και άλλα προσόντα, πχ. σπουδές ή εμπειρία περί τα οικονομικά τότε μπορούν να βρουν μια καλή θέση στην πολιτική σκηνή ή και σε άλλους σύγχρονους πολιτικοοικονομικούς φορείς εξουσίας.  Χαρακτηριστικά τους είναι η ψυχρότητα με την οποία φέρουν εις πέρας το έργο που τους έχει ανατεθεί ή λένε τα αναγκαία λόγια που πρέπει να πουν, συχνά σαν να βαριούνται. Κάνουν τους άμεσους ή έμμεσους φόνους τους οποίους έχουν αναλάβει με την ίδια ψυχρότητα, χωρίς αναστολή και χωρίς ενοχή. Το κυριότερο όμως χαρακτηριστικό τους, από το οποίο μπορεί κανείς και να τους αναγνωρίσει, είναι ότι δεν φοβούνται και δεν παίρνουν τα αναγκαία μέτρα προφύλαξης, όταν οι πράξεις τους ξεπερνούν κάποια όρια, όπως κάνουν οι περισσότεροι. Αυτοί δεν χρειάζονται καμία μάσκα. Ο λόγος είναι ότι έχουν προαποφασίσει την ποινή τους και τον δικό τους θάνατο. Η ψυχολογική δομή ενός καθαρόαιμου Ναζί είναι ακριβώς η ίδια.

 

Γιώργος Μποτονάκης

Μάιος 2012

Email: gio.boton@gmail.com

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: