ΣΚΕΨΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΘΥΕΛΛΑΣ

Αύγουστος 5, 2015

(Μάχη με σημαδεμένα χαρτιά)

Μετά το σοκ των πρώτων ημερών, έχει ήδη αρχίσει και καλά κρατεί, η έκρηξη του απολογισμού. Παρακολουθήσαμε με τη ψυχή στο στόμα μια τερατώδη σε μέγεθος, σε ενέργεια, σε συζητήσεις, σε αντεγκλήσεις, σε ξενύχτια και σε αγωνία διαπραγμάτευση.

Η συζήτηση αυτή ήταν τόσο άγρια γιατί είχε ως αξεπέραστη και μη αναστρέψιμη βάση το κυκλώπειο χρέος, η οποία εξ αρχής είχε τοποθετηθεί ως αμετακίνητη και μη επιδεχόμενη οιανδήποτε αμφισβήτηση της πραγματικότητάς της, σαν μία θρησκευτική αρχή, την οποία κανείς θνητός δεν μπορεί ν’ αλλάξει. Το ποσόν μέσα στο ιερό των αγορών ήταν ένας τεράστιος αριθμός, απ’ αυτούς που δύσκολα μπορούμε να κατανοήσουμε και τον οποίο, αποδέχτηκαν οι Έλληνες συζητητές ως υπεράνω πάσης υποψίας και εκτός παντός ελέγχου. Το ποσόν αυτό είναι το φυσικό αποτέλεσμα διαφόρων πολύπλοκων υπολογισμών του παρόντος νεοφιλελεύθερου χρηματοπιστωτικού συστήματος, οι οποίοι βέβαια υπολογισμοί είναι ‘νόμιμοι’ σύμφωνα πάντα νε τους νέους κανόνες και νόμους του εν λόγω συστήματος. Οι νόμοι αυτοί είναι έξω από κάθε αμφισβήτηση και υπηρετούνται από ‘βαπτισμένους’ απόλυτα πιστούς στο σύστημα. Για εμάς βέβαια, όσοι είναι υποψιασμένοι, οι κανόνες αυτοί δεν είναι νόμιμοι και οδηγούν σε ‘απόσχιση’ από την πραγματικότητα των οφειλών (όπως στη σχιζοφρένεια, η σκέψη του ψυχωσικού έχει επίσης ‘αποσχισθεί’ από την περιρρέουσα πραγματικότητα, έχει κομματιασθεί, και αυτά τα κομμάτια όταν ενωθούν ξανά, ακολουθούν τους δικούς της δρόμους και οδηγούν σε άλλες μορφές εξωπραγματικού λόγου, δηλαδή στο παραλήρημα.).  Κατά τους ειδικούς που επιτελούν το έργο του Λογιστικού Ελέγχου,  δημιουργείται όμοιο παράλογο αποτέλεσμα, όχι  ‘άρρωστο’ και άρα ασυνείδητο, αλλά παράνομο1 με την οικονομολογική και νομική έννοια και άρα συνειδητό. Το αποτέλεσμα «χτίζεται στη βάση μιας μαθηματικής φόρμουλας, που ούτε αυτός που την συνέθεσε δεν μπορεί μετά να την κατανοήσει.»2  Παρ’ όλ’ αυτά όμως γνωρίζει καλά ότι το αποτέλεσμα είναι ένα παράλογα αυξημένο χρέος, του οποίου την πάσει θυσία αποπλρωμή απαιτεί. Γι’ αυτό και είναι ηθικά ένοχος. Επομένως γνωρίζει ότι πρόκειται για μία κατασκευή και γι’ αυτό το λόγο έχει πλήρη ηθική ευθύνη. Τελικά όλο αυτό το βαρυσήμαντο σκηνικό δεν είναι τίποτε άλλο από ένα εξαμβλωματικό γέννημα μιας κλεπτομηχανής3 νεοφιλελεύθερης απληστίας.

Η ελληνική κυβέρνηση αποδέχθηκε το τελικό ακατανόητο νούμερο, χωρίς καμία αντίρρηση  και χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά αμφισβήτησης στον αριθμό, ο οποίος (μετά την τελευταία ανεξέλεγκτη και παράλογη αύξησή του τους τελευταίους μήνες) αντιστοιχεί σε δυστυχία 100 ετών και σε εξανδραποδισμό μιας ολόκληρης χώρας∙ και αυτό χωρίς καν ν’ αναρωτηθεί και να ρωτήσει δειλά και διακριτικά, όπως μια δειλή κοπελίτσα της παλιάς εποχής θα μπορούσε  να ρωτήσει για κάτι στον αρραβωνιαστικό που της διάλεξαν για σύζυγο.

Η αιδώς είναι μια σπουδαία αρετή του παρελθόντος, θύμα και αυτή του σύγχρονου αμοραλισμού, ενώ ο Νεοφιλελευθερισμός, επειδή δεν μπορεί να την σκοτώσει, ακριβώς γιατί ανήκει στην περιοχή του πνεύματος και του ήθους την έχει κοιμίσει με τη βοήθεια ψυχοφαρμάκων σε βρώμικο ξενοδοχείο και σε κακόφημη συνοικία της πόλης.  Κάπου κάπου όμως ξυπνά, όταν γίνεται πολύς θόρυβος. Η Ελλάδα παρ’ όλες τις θριαμβολογίες ανθρώπων που  δήλωσαν στις Βρυξέλλες ότι την αγαπούν, κατάφερε να δημιουργήσει ένα θέμα, όχι μόνο πανευρωπαϊκό αλλά και παγκόσμιο. Η αιδώς έχει προφανώς ξυπνήσει και θα δημιουργήσει επίσης ένα τεράστιο πρόβλημα όταν αποδειχθεί ότι η Ελλάδα έχει υποστεί μια επίθεση κλοπής, αρπαγής, υπεξαίρεσης (και όποια άλλη λέξη της τρέχουσας και της νομικής γλώσσας θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε) και χωρίς καμία άμυνα εκ μέρους των ταγών, που έχει η ίδια η χώρα ορίσει.  Δεν θα ήθελε λοιπόν κανείς ακόμα και από τους ‘σεμνούς’ άρχοντες της ΕΕ να επισημανθεί, να αποκαλυφθεί, να γίνει τοις πάσι γνωστό και να συζητιέται στα ανά τον κόσμο καφενεία και στις πλατείες, ακόμα και στους Παπούα της Ινδονησίας, δίπλα στα ποταμάκια με τα πιράνχας, ότι η ΕΕ κλέβει την Ελλάδα με κατασκευασμένα νούμερα χρέους.

Φτάνουμε  λοιπόν στο συμπέρασμα, ότι το ύψος του χρέους είναι κατασκευασμένο με τις τεχνικές αυτής της μηχανής και συνιστά τη βάση επάνω στην οποία γίνονται οι περαιτέρω συζητήσεις. Εμείς, αποδεχόμενοι ασυζητητί το δοσμένο από αυτούς επονείδιστο και ‘κλεψίγαμο’ ύψος του χρέους, έχουμε ήδη δεχθεί περισσότερο από το μισό ποσόν του ονομασμένου ελληνικού χρέους ως πραγματικό και το έχουμε ουσιαστικά φορτωθεί.4

Με άλλα λόγια αποδεχόμενοι σιωπηλά το ψευδές ύψος του χρέους, έχουμε εξ αρχής αποδεχθεί την ύπαρξη ως πραγματικότητα ενός τεράστιου και μη εξυπηρετούμενου χρέους. 5

Αυτή ήταν η πρώτη και η κατ’ εξοχή κρίσιμη ήττα, αυτοταπείνωση και παράδοση άνευ όρων, η οποία έγινε σιωπηλά.  Από εκεί  και μετά ήταν φυσικό να συμβαίνει αυτό που είπε ο κ. Βαρουφάκης στη Le Monde: «οι πιστωτές και το Eurogroup έκλειναν τα αφτιά στα οικονομικά επιχειρήματά μας. Ήθελαν να παραδοθούμε.» Η παράδοση όμως ήταν μια πράξη που είχε ήδη συντελεσθεί εν κρυπτώ και οι δανειστές δεν ήθελαν με τίποτα να αποκαλυφθεί η μέθοδος με την οποία είχε ήδη γίνει, δηλαδή, της άνευ όρων, και χωρίς αντίλογο, επαναλαμβάνουμε, αποδοχής από την Ελλάδα των αριθμητικών αποτελεσμάτων της κλεπτομηχανής για το ελληνικό χρέος.6 Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι ότι γι’ αυτά όλα κανείς δεν είναι υπεύθυνος. Την ευθύνη την αναλαμβάνει ένα σύστημα, το οποίο είναι υπεράνω πάσης υποψίας και αμφισβήτησης.

Έτσι λοιπόν οι διάφορες θυελλώδεις διαπραγματεύσεις έγιναν με σημαδεμένη τράπουλα, πριν ακόμα αρχίσει η μάχη.  Γιατί και εκείνοι και εμείς γνωρίζαμε τα δεδομένα της άνευ όρων αποδοχής του ποσού αυτού. Γνωρίζαμε επίσης ότι με βάση αυτόν τον υπολογισμό έγιναν και θα γίνουν όλοι οι υπολογισμοί αποπλήρωσης και όλα τα γνωστά μέτρα λιτότητας. Οι πιστωτές προφανώς ήθελαν να δοθεί με πολύ θόρυβο αυτή η μάχη για να θολωθεί το οπτικό πεδίο και να μην αποκαλυφθεί, η προκατασκευασμένη με διάφορα χρηματοπιστωτικά και τραπεζιτικά  τεχνάσματα, η ψευδής ποσότητα του ελληνικού χρέους. Γιατί μια τέτοια αποκάλυψη με αναφορά την Ελλάδα, δυναμιτίζει τα θεμέλια του νεοφιλελεύθερου συστήματος σήμερα .

Μετά λοιπόν από αυτήν τη συζήτηση οι θυελλώδεις δεκαεφτάωρες διαπραγματεύσεις αποκτούν άλλο νόημα. Για μεν τους δανειστές ήταν το προπέτασμα πυκνού καπνού για να κρυφτεί ό,τι συμβαίνει πίσω από το πεδίο μιας μάχης ‘σικέ’. Για τους Έλληνες, για όσους γνώριζαν (και φαίνεται ότι δεν ήταν και τόσο λίγοι αυτοί), είχε το ίδιο νόημα, για όσους δεν γνώριζαν, ήταν οι ηρωικές συγκρούσεις για χαμένες μάχες και κατά βάθος σηματοδοτούσαν τις έμμεσες παρακλήσεις να μας λυπηθούν και να μας χαρισθούν κάνοντάς δωράκι κάποιο μικρό μέρος του χρέους. Να περικόψουν δηλαδή ένα μέρος από το κατασκευασμένο χρέος, δηλαδή από ένα κομμάτι του αέρα που έχουμε χρεωθεί μετονομασμένον σε χρήμα∙  και φυσικά θα είμαστε και ευγνώμονες γι’ αυτό.

Βέβαια εκείνοι επέμεναν μέχρι το τέλος, και ζητούσαν  την μέχρις εσχάτων υποταγή των αντιπάλων, ημών δηλαδή, αφού τα σύγχρονα αρπαχτικά ξέρουν (αρκετά, θα λέγαμε) καλή ψυχολογία. Αυτό που έγινε ήταν γι’ αυτούς προβλέψιμο, γιατί ίσως είχε προετοιμασθεί πολύν καιρό πριν.

Προχωρώντας λοιπόν τη σκέψη μας, προσκρούομε στην εξής ιδέα: Αποδεχόμενοι το τελικό ποσόν, έχουμε ήδη αποδεχθεί και τη μέθοδο υπολογισμού του  χρέους, δηλαδή, τη νεοφιλελεύθερη οικονομική λογική.  Άρα έμμεσα δεχόμεθα και την ίδια τη θεωρία του συστήματος.

Από εδώ και πέρα τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Ή δεχόμαστε ότι μας κοροϊδεύουν, οπότε το λέμε φανερά και υπερασπιζόμαστε την αλήθεια, ως πρώτο θέμα οποιασδήποτε περαιτέρω διαπραγμάτευσης ή αποδεχόμαστε ανοιχτά τον νεοφιλελευθερισμό ως οικονομικό και κατ’ επέκταση πολιτικό σύστημα, κάτι  άλλωστε, που στο μεταξύ σιωπηλά είχαμε κάνει στην πράξη.

Με απλά λόγια, συνοψίζοντας,  είχαμε ήδη ηττηθεί από τη στιγμή που χωρίς αντίλογο παίξαμε στο δικό τους γήπεδο, με τους δικούς τους όρους και με χαρτιά σημαδεμένα. Η τελική ανοιχτή και πλήρης ήττα μας, στις οικονομικές αλλά ακόμα και στο χώρο της ιδεολογίας, ήταν αυτονόητη. Συγχρόνως είχαμε όχι μόνο εγκαταλείψει κάθε αριστερή νότα στο λόγο μας και στην ιδεολογία μας, αλλά είχαμε σιωπηλά προσχωρήσει και στη δική τους ιδεολογία καταδικάζοντας τον ελληνικό λαό με διπλάσιο ή και τριπλάσιο βάρος χρέους, σαν να ήταν κάποιου «άλλου,  ξένου ή αντίπαλου», συμμαχώντας έτσι με τους ονομασμένους αντιπάλους μας, σαν να είχαμε συμμαχήσει με τον Αττίλα εναντίον της Ελλάδας.

Απλή απόδειξη αυτού, αν χρειάζεται και άλλη απόδειξη,  είναι ότι όλες αυτές τις μέρες μέσα στα άπειρα θλιβερά ξενύχτια, δεν ακούστηκαν ούτε μια φορά οι λέξεις ‘λογιστικός επανέλεγχος’, λες και ο όρος αυτός δεν υπήρχε ή ήταν αυστηρά απαγορευμένος∙ και φυσικά για εκείνους ήταν αυστηρότατα απαγορευμένη ακόμα και η αναφορά των λέξεων γιατί θα ήταν αποκάλυψη και επομένως οι ίδιες οι λέξεις, θα άνοιγαν ένα ναρκοπέδιο μέσα στην ίδια την Ευρώπη.

Όλα τα άλλα είναι λόγια για φτηνή και απελπισμένη κατανάλωση.

Γιατί έγινε αυτό; Γιατί αποσιωπήθηκε το θέμα της ΕΛΕ (Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου), όπως η ομάδα της βουλής, με πρωτοβουλία της κ. Κωνσταντοπούλου, της κ. Σακοράφα και του κ. Κασιμάτη του κ. Βατικιώτη και άλλων, και με τη συνδρομή διεθνούς κύρους οικονομολόγων, όπως του κ. Τουσέν και άλλων, έχει ξεκινήσει, και πρόσφατα έχει ήδη ανακοινώσει κάποια στοιχεία, που προαναφέραμε;

Φτάσαμε τώρα στο πιο κρίσιμο σημείο της συζήτησης. Ο Λογιστικός Επανέλεγχος είναι ο πλέον αποτελεσματικός και ίσως ο μοναδικός τρόπος αντιμετώπισης της κρυφής μηχανής, που δουλεύει μέσα στο σκοτάδι, γιατί αποκαλύπτει το ψεύδος στο οποίο τα πάντα στηρίζονται και από το οποίο όλα τα υποπροϊόντα του σημερινού οικονομικού πολιτισμού εκπορεύονται.  Και το οποίο εμφανίζεται ως αλήθεια. Η ΕΛΕ υπονομεύει τα θεμέλια του νεοφιλελευθερισμού και των παρανόμων συμπερασμάτων του, όπως λέει πάλι ο κ. Τουσέν, και αποκαλύπτει το αληθινό του πρόσωπο πετώντας στα σκουπίδια, με τρόπο επιστημονικό, φανερό και μη αμφισβητούμενο, τα σιδερωμένα ρούχα από τα  βεστιάρια των καναλιών που του έχουν φορέσει. Αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία για όλους τους εμπλεκομένους πολιτικούς και για τους αδιάφθορους αλλά και για τους περιπλέοντες τζογαδόρους, οι οποίοι ξεχνούν μισοσυνειδητά ή μισοασυνείδητα και κάποιες φορές πλήρως συνειδητά, ότι εκτός από τα προσωπικά τους συμφέροντα υπάρχει και η ίδια η Ελλάδα.

Ο κ. Τουσέν λέει: «Τι θα γίνει αν όντας στη κυβέρνηση, ο Σύριζα αποφάσιζε να πάρει τοις μετρητοίς το άρθρο 7 ενός κανονισμού που υιοθετήθηκε το Μάη του 2013 από την Ευρωπαϊκή Ένωση και αφορά τις χώρες που υποβάλλονται σε ένα σχέδιο διαρθρωτικής προσαρμογής; Συγκεκριμένα, πρόκειται για τη Πορτογαλία, την Ελλάδα και τη Κύπρο. Το σημείο 9 του άρθρου 7 επιβάλλει στα κράτη που βρίσκονται σε καθεστώς διαρθρωτικής προσαρμογής να πραγματοποιήσουν πλήρη λογιστικό έλεγχο του δημόσιου χρέους προκειμένου να εξηγήσουν γιατί το χρέος αυξήθηκε υπερβολικά και να εντοπίσουν παρατυπίες. Ιδού το πλήρες κείμενο:  «Τα κράτη μέλη που υπόκεινται σε πρόγραμμα μακροοικονομικής προσαρμογής να  διεξάγουν πλήρη έλεγχο των δημόσιων οικονομικών τους προκειμένου να εκτιμήσουν, μεταξύ άλλων, τους λόγους που οδήγησαν σε υπερβολικά υψηλά επίπεδα χρέους και να εντοπίσουν οποιαδήποτε πιθανή παρατυπία».

Αν πειράξουν την ομάδα της Βουλής και τους άλλους συνεργάτες από τη θέση τους και το έργο που επιτελούν, υποτασσόμενοι στις εντολές, που θα τους έχουν δοθεί, τότε κινδυνεύει να γκρεμιστεί, ο τελευταίος πύργος άμυνας της χώρας. Αν κάποιοι το καταφέρουν, ας είναι βέβαιοι ότι το όνομά τους θα γραφεί στα μαύρα κατάστιχα της ελληνικής ιστορίας του παρόντος και του μέλλοντος δίπλα στους διάφορους «Νενέκους». Ένα δέντρο που ευδοκιμεί ιδιαίτερα στην Ελλάδα∙ (και πιθανόν στις λίστες της ελληνικής δικαιοσύνης του μέλλοντος)

Γιατί λοιπόν δεν έγινε κανείς απολύτως λόγος για την ΕΛΕ όλον αυτόν τον καιρό; Σ’ αυτό το τόσο καίριο ερώτημα, ο γράφων δεν μπορεί να δώσει καμία άλλη απάντηση, απ’ αυτήν που θα μπορούσε να προκύψει από την παραπάνω ανάλυση. Ρωτάμε και τους πολιτικούς και τον κ. Βαρουφάκη. Αυτό δεν θα ήταν περισσότερο απλό και σίγουρο αλλά και πλήρως ‘νόμιμο’ από τα περίπλοκα σχέδια Β, που οργάνωνε; Εφόσον είναι διεθνώς νόμιμο και όχι μόνο αλλά και υποχρεωτικό, πως όταν μια χώρα μπει στη διαδικασία λογιστικού ελέγχου του χρέους, να αναστέλλονται νομίμως όλες οι εξοφλήσεις δόσεων των δανείων;

—————————————–

  1. Ο κ. Τουσέν επαναλαμβάνει πάντα τα περί παρανομίας του χρέους.
  2. Γ. Βαρουφάκης, Ομιλία, για την ΕΛΕ, 4/6/2015.
  3. Financial engineering, είναι ο επίσημος όρος. Δεν υπάρχει φυσικά το πρώτο συνθετικό το  «κλεπτο…’, υπάρχει όμως η έννοια της μηχανής.
  4. Ο κ. Ερίκ Τουσέν, πρόεδρος της επιτροπής των ειδικών εμπειρογνωμόνων, οι οποίοι μελετούν τον ελληνικό χρέος, δήλωσε ότι από τα μέχρι τώρα στοιχεία 242 δις από τα 325 δις τα φερόμενα ως οφειλόμενα από την Ελλάδα είναι παράνομα και επομένως πρέπει να διαγραφούν. Αυτά τα νούμερα λεγόταν τότε. Σήμερα και οι δύο αριθμοί πρ΄ρπει να έχουν αλλάξει.
  5. Όπως διαφαίνεται πιο πάνω, ο λογιστικός έλεγχος θα καταδείξει ότι το σχέδιο της υποτιθέμενης διάσωσης της Ελλάδας, που κατέστρωσαν οι ευρωπαϊκές αρχές με τη βοήθεια του ΔΝΤ, χρησίμεψε στη πραγματικότητα για να επιτρέψει στις τράπεζες μερικών ευρωπαϊκών χωρών που διαθέτουν αποφασιστική επιρροή στα ευρωπαϊκά όργανα να συνεχίσουν να αποπληρώνονται από την Ελλάδα ενώ ταυτόχρονα μεταφέρουν το ρίσκο τους στα κράτη μέσω της Τρόικας. Δεν είναι η Ελλάδα που σώθηκε αλλά μάλλον μια χούφτα μεγάλων ευρωπαϊκών ιδιωτικών τραπεζών που εδρεύουν κυρίως στις πιο ισχυρές χώρες της ΕΕ. Έτσι, οι ευρωπαϊκές ιδιωτικές τράπεζες αντικαταστάθηκαν από την Τρόικα που έγινε ο κύριος πιστωτής της Ελλάδας από τα τέλη του 2010. (Απόσπασμα από την ομιλία του κ. Ερίκ Τουσέν στις 13/1 2015).
  1. Μόνο έτσι εξηγείται η ανήκουστη σε χυδαιότητα και βαρβαρότητα επίθεση από τον τύπο προς την κ. Κωνσταντοπούλου. Για να την αναγκάσουν να παραιτηθεί από τη συνέχιση του εγχειρήματος της αποκάλυψης της αλήθειας. Οι ωφελούμενοι άφησαν στα κατώτερα κλιμάκια των υπηρετών τους να φέρουν εις πέρας αυτό το άηθες έργο.
  1. 1) Κανονισμός (ΕΕ) Νο 472/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 2013 σχετικά με την οικονομική και δημοσιονομική επιτήρηση των κρατών μελών της Ευρωζώνης που γνωρίζουν ή κινδυνεύουν να γνωρίσουν σοβαρές δυσκολίες από την άποψη της οικονομικής τους σταθερότητας http://eur-lex.europa.eu/legal(content/FR/TXT/?uri=uriserv:OJ.L_.2013.140.01.0001.01.FRA.

 

ΨΥΧΟΚΟΙΝΩΝΙΚΑ                                         Αύγουστος  2015

 

Γιώργος Μποτονάκης

Ψυχίατρος-Ψυχαναλυτής

 

ΥΓ. Από τον Αύγουστο μέχρι σήμερα έχει χυθεί πολύ νερό στο αυλάκι. Έχουν ήδη αρχίσει οι διαμαρτυρίες σε πολλούς χώρους συγχρόνως και δεν γνωρίζουμε πώς θα εξελιχθούν και πού θα σταματήσουν. Ένα μόνο δεν άλλαξε και δεν δείχνει να αλλάζει. Η απόλυτη σιωπή γύρω από το θέμα του Λογιστικού Ελέγχου. Κανείς δε μιλά και κανείς δε ρίχνει το ελάχιστο φως σε αυτή την κρυφή δυνατότητα. Σαν να υπάρχει μια απόλυτη απαγόρευση να βγεις το φως ο λογιστικός έλεγχος του χρέους  και όλοι οφείλουν να υπακούσουν σ’ αυτήν. Το παράδοξο είναι ότι η υπακοή σ’ αυτήν την απαγόρευση δεν είναι μόνο οι έμμεσα ή  άμεσα συνεργάτες των νεοφιλελεύθερων ‘νομοθετών’, αλλά και οι εκ των πραγμάτων ανήκοντες στις ‘φιλελληνικές’ και φιλολαϊκές τάξεις, δηλαδή, οι εκτός των τειχών. Είτε λοιπόν συμβαίνει αυτό που λέει το τραγούδι «μπήκαν στην πόλη οι οχτροί… κι εμείς γελούσαμε σαν τα παιδιά», είτε παρεμβαίνει ένας βαθύς κι ανομολόγητος φόβος, είτε γιατί στο βάθος του καθενός υπάρχει μια περιχαρακωμένη και ‘ιερή’ περιοχή, όπου κυριαρχεί ή πλήρης και άνευ όρων υποταγή, ότι και να συμβαίνει οφείλουμε όλοι εμείς ν’ ανάψουμε τα φώτα και επιτέλους να δούμε

Γ.Μ.                                                                                        Οκτώβρης 2015

 

 

Η ψυχολογία ενός ψηφοφόρου

Μαΐου 31, 2012

Σ’ αυτό κείμενο θα επιχειρήσουμε να περπατήσουμε στα ψυχολογικά μονοπάτια κάποιων κατηγοριών ψηφοφόρων στις προκείμενες εκλογές. To κείμενο αυτό έχει σκοπό να φωτίσει τους ασυνείδητους δρόμους, μέσα από τους οποίους διοχετεύεται ο εκατέρωθεν πολιτικός λόγος και ο εμπρόθετα ψευδής λόγος και για το πώς λειτουργούν οι ψυχικοί υποδοχείς και πως ο άνθρωπος είναι δυνατόν να πείθεται για κάτι χωρίς να το καταλαβαίνει.

Ξεκινάμε με το ψηφοφόρο εκείνον ο οποίος στις προηγούμενες εκλογές ψήφισε ένα κόμμα, που σήμαινε γι’ αυτόν ανανέωση και μια σοβαρή ανατροπή των μοντέλων του παρελθόντος και με κύριο στόχο την ανατροπή του Μνημονίου. Καθώς όμως, ο άνθρωπος αυτός ετοιμάζεται τώρα για τις νέες εκλογές και ξανασκέφτεται, κάτι μέσα του ζητά να επιστρέψει στα προηγούμενα. Αυτός που «ζητά», δηλαδή το μέρος εκείνο του εαυτού του, είναι συνήθως κάτι απροσδιόριστο, ωστόσο ισχυρό και ό λόγος για τον οποίο το «ζητά» του είναι άλλοτε ημισυνειδητός ή ημιασυνείδητος και άλλοτε εντελώς ασυνείδητος με συνειδητές επικαλύψεις, τις οποίες φυσικά δεν εκλαμβάνει ως επικαλύψεις αλλά ως πραγματικότητα. Ένα ανάλογο σκεπτικό ισχύει και γι’ αυτόν ο οποίος δεν ψήφισε στο παρελθόν ένα κόμμα ανανέωσης, το οποίο όμως ενδέχεται να τον ελκύει τώρα. Μολονότι όμως έλκεται από το καινούργιο, ίσως συγχρόνως αισθάνεται κάτι αντίθετο να τον τραβά προς τα πίσω. Άλλοτε ένα είδος οικείας γοητείας, που ασκείται επάνω του, από αυτό που  μέχρι τώρα  πίστευε και συναλλασσόταν.  Άλλοτε πάλι ξυπνούν μέσα του κάποιοι φόβοι ή ίσως κάποια απροσδιοόριστη αντίδραση ψυχολογικής τάξης. Βρισκόμαστε στην περιοχή των βαθύτερων ψυχολογικών δυνάμεων, οι οποίες συχνά δρουν ανεξάρτητα από το αντικειμενικό νόημα των πραγμάτων με μια δική τους δυναμική.

Η αρχή της επανάληψης

Είναι γνωστή η ψυχολογική ανάγκη των ανθρώπων να επιστρέφουν σε απόψεις και συμπεριφορές οι οποίες είναι  οικείες, επαναλαμβανόμενες ή βιούμενες διαρκώς. Όταν η διαρκής επιστροφή αφορά στη συμπεριφορά, τότε στην καθημερινή γλώσσα λέγεται ‘συνήθεια’. Όταν αφορά στο λόγο ή στη σκέψη τότε λέμε ότι «βάζουμε την κασέτα να  παίζει από την αρχή». Στη ψυχαναλυτική γλώσσα ορίζεται ως «αρχή της επανάληψης». Η κατάσταση στην οποία ο άνθρωπος πισωγυρίζει δεν είναι συχνά η καλύτερη, δεν την θεωρεί ο ίδιος σαν την καλύτερη, δεν είναι η περισσότερο ευχάριστη και συχνά μπορεί να είναι επώδυνη. Με άλλα λόγια η επιστροφή στο παλαιό δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με το καλό των πραγμάτων.

Η ανάγκη της επανάληψης  ή της κασέτας ξεκινά κατ’ αρχήν από μια δέσμη ψυχολογικών δεσμών σαν νήματα η σαν δίχτυ από υλικό σκέψης και συναισθήματος, που συνδέει το συγκεκριμένο υποκείμενο-άνθρωπος με το συγκεκριμένο αντικείμενο, εν προκειμένω την πολιτική και τα αποτελέσματά της. Αναναλύοντας το υλικό αυτών των νημάτων θα δούμε ότι περιέχουν στοιχεία από συναίσθημα, από γεγονότα της ζωής, από όνειρα και προοπτικές, από ερωτικού τύπου αναφορές και από φόβο. Εδώ θα αναφερθούμε  κυρίως στο φόβο και θα μιλήσουμε γι’ αυτόν που εμφανίζεται μπροστά στο καινούργιο, το οποίο έρχεται να εκτοπίσει το παλιό, με ό,τι αυτό ήδη περιλαμβάνει.

Αυτός ο φόβος είναι ανεξάρτητος από το αντικείμενο και ισχύει για κάθε τι που σηματοδοτεί αλλαγή. Φαίνεται ότι ριζώνει σε μια αίσθηση, ότι κάθε τι καινούργιο ‘είναι πολύ πιθανό να εμπεριέχει κάτι πολύ κακό’, το οποίο ο ίδιος πιστεύει ότι δεν είναι σε θέση να διαχειρισθεί και επομένως αρνείται να το αντιμετωπίσει. Άλλοτε πάλι, οι άνθρωποι αυτοί αδυνατούν να αντέξουν  το άγχος της απώλειας κάποιου πράγματος, όπως και τον εσωτερικό αποχωρισμό από κάτι οικείο. Ακόμα και όταν η αξία αυτού που χάνεται δεν είναι σημαντική. Φυσικά κάθε αλλαγή προϋποθέτει κάποιες πραγματικές αλλά κυρίως συναισθηματικές απώλειες και αποχωρισμούς, για να μπορέσει κανείς να δεχθεί εσωτερικά το καινούργιο. Αυτούς τους ανθρώπους τους ονομάζονται συντηρητικοί. Η επιστροφή λοιπόν στο παλιό, άρα στο γνώριμο, προσφέρει σιγουριά και ασφάλεια, ακριβώς γιατί εκεί όλα ήταν και είναι γνώριμα από την αρχή της ζωής. Ένα τέτοιο είδος ασφάλειας είναι μια μορφή ψευδαίσθησης ή πιο απλά, ένα ωραίο ένδυμα ή χρώμα που έχουν τα πράγματα, αναγκαίο για να μπορεί το άτομο να ζει χωρίς άγχος την πραγματικότη.

Στη σχέση τους με τα πολιτικά, οι άνθρωποι αυτοί άλλοτε εφευρίσκουν διάφορες δικαιολογίες και άλλοτε χρησιμοποιούν τα δεδομένα του δικού τους κάστρου ώστε να επιστρέφουν μέσα σ’ αυτό. Πχ. λένε: «Όλοι οι πολιτικοί είναι ίδιοι. Αν οι παλιοί είναι διεφθαρμένοι και αυτοί οι καινούργιοι, μόλις έρθουν στην εξουσία, σίγουρα θα κάνουν τα ίδια». Αυτή είναι μια θέση αυθαίρετη, για τον πολύ απλό λόγο, ότι δεν τους έχουν γνωρίσει. Είναι όμως χρήσιμη για να ξαναγυρίζουν στο κάστρο τους, στη φωλιά τους και στη ψυχολογική τους μήτρα. Από την ευρύτερη κατηγορία των ‘συντηρητικών’ μία είναι οι βαπτισμένοι σ’ εκείνες τις πολιτικές αρχές, οι οποίες οραματίζονται τον πλούτο και, συνειδητά ή μη, την ιδέα της υπεροχής και της εξουσίας και ενδεχομένως τη συμμαχία με τη διαφθορά. Παράλληλα με αυτούς είναι εκείνοι, οι οποίοι έχουν τις αντίθετες πολιτικές απόψεις, μάλλον δεν επιζητούν τον πλούτο, είναι φανατικοί κομμουνιστές, ωστόσο όμως είναι τόσο συντηρητικοί όσο και οι προηγούμενοι. Η διαφορά με τους προηγούμενους είναι ότι οι πρώτοι βλέπουν υλοποιημένο το όραμά τους στους επιτυχημένους του κόσμου, αλλά η δική τους ένταξη είναι λίγο ως πολύ φαντασιωσική. Οι δεύτεροι έχουν ένα όραμα μη πραγματοποιημένο και δομημένο με τα υλικά των  λέξεων-σημαινόντων, τα οποία δημιουργούν ένα κλειστό σύστημα. Εκεί δημιουργείται η διάσταση μιας πραγματικότητας, που θα εξελιχθεί στην πραγμάτωση των ονείρων, αύριο ή μεθαύριο. Αυτό είναι ένα άλλου είδος κάστρου. Μια δεύτερη κατηγορία συντηρητικού ανθρώπου είναι εκείνοι που έχουν ως πρώτο και αδιαμφισβήτητο ζητούμενο τη βεβαιότητα και την ασφάλεια, ανεξάρτητα από αντικείμενο της επιλογής τους. Μια τρίτη περιέχει αυτούς που δεν έχουν ένα δικό τους προσωπικό λόγο και συνήθως υιοθετούν τον προσφερόμενο λόγο των άλλων. Αυτοί όμως είναι δέσμιοι του λόγου του άλλου και αισθάνονται ασφαλείς μόνο όταν υπάρχει πάντα ένας άλλος, του οποίου ο λόγος να είναι πάντα παρών. Δεν είναι σε θέση να επεξεργασθούν το λόγο του άλλου, παρά μόνο μέσα στα επιτρεπόμενα από τον άλλον πλαίσια. Φυσικά αυτό είναι υποδούλωση και η ασφάλεια που προσφέρει είναι εκείνη του υποτακτικού.

Θα μπορούσε κανείς επίσης να διακρίνει κάποιες ψυχολογικές τάσεις στους ψηφοφόρους, οι οποίοι διαχέονται σε όλες τις παραπάνω  κατηγορίες. Οι ‘αθώοι’ είναι εκείνοι που δεν είναι σε θέση να αποδεχθούν εσωτερικά την ηθική πτώση των κομμάτων η των μελών τους, τους οποίους μέχρι τώρα πίστεψαν, υπηρέτησαν και ψήφισαν. Διότι αν τη δεχθούν, τότε κατακρημνίζεται ένα ολόκληρο ηθικό σύστημα στην κοινωνία και στην πολιτική, το οποίο, οι άνθρωποι αυτοί, έχτισαν σε όλη του τη ζωή και το οποίο στις πλείστες περιπτώσεις έχουν υπηρετήσει στην ίδια τους τη ζωή. Κάποιοι άλλοι, καλών προθέσεων επίσης, απέφευγαν σε όλη τους τη ζωή να δώσουν τον αναγκαίο χρόνο και κόπο για να συνειδητοποιήσουν τα πράγματα σε βάθος. Αυτοί αισθάνονται ότι καλούνται τώρα να ανεβούν το πιο ψηλό βουνό, αν αποφασίσουν να κατανοήσουν τις σύγχρονες πολιτικοοικονομικές δομές∙ και αρπάζονται πάλι από νοητικά σχήματα του παρελθόντος.

Η διάκριση σε τρεις κατηγορίες και υποκατηγορίες του ‘συντηρητικού’ ανθρώπου είναι σχηματική. Οι άνθρωποι δεν είναι ποτέ αυστηρά μονοσήμαντοι και συχνά συνδυάζουν στοιχεία και δεδομένα από διάφορες κατηγορίες. Για να καταλάβουμε τη τεράστια σημασία που έχει αυτή η ψυχολογική τοποθέτηση αρκεί να πάμε λίγο πίσω στην ιστορία της Ελλάδας. Η τελευταία μεγάλη καταστροφή, η Μικρασιατική Καταστροφή, είχε σαν δημιουργό οδηγό ένα σύνθημα. Το «ελιά ελιά και Κότσο βασιλιά». Αυτό το σύνθημα λειτούργησε σαν σημαία, που πήγαινε μπροστά στην πορεία προς την καταστροφή. Δεν ήταν ταξικός ο λόγος, αφού εκείνοι προσέφεραν το ψωμί τους χάρη στην παρουσία και τη συνύπαρξή τους με το  βασιλιά ‘Κότσο’. Αυτός συμπύκνωνε το ‘συντηρητικό όραμα. Το ίδιο, όχι σε πολύ μικρότερη κλίμακα συμβαίνει και τώρα. Είναι πολλοί εκείνοι, οι οποίοι θα δώσουν τη ψήφο τους πάλι, σ’ εκείνους, οι οποίοι καταβαραθρώνουν τον τόπο και μολονότι γνωρίζουν την επερχόμενη καταστροφή, σαν να την απαλύνουν και να την εξαγιάζουν∙ σαν να φωνάζουν και πάλι το ίδιο σύνθημα για εκείνους, ο οποίοι τώρα ενώ φορούν άλλο προσωπείο, εκπροσωπούν ωστόσο το παλαιό συντηρητικό όνειρο.

Η παραπάνω ανάλυση, μολονότι πολύ στοιχειώδης είναι ωστόσο ξένη για πολλούς ανθρώπους. Αν ακουσθεί, διατυπωμένη απλά τρόπο θα βοηθούσε ενδεχομένως πολλούς να  κατανοήσουν κάποιες από τις υποκείμενες δομές της φαντασίας και της συμπεριφοράς τους∙ και επειδή οι παραπάνω δομές μερικώς κινούνται σε προσυνειδητό χώρο και δεδομένου πως ό,τι βρίσκεται στο χώρο αυτόν εύκολα συνειδητοποιείται, τότε δεν είναι δύσκολο αυτοί οι άνθρωποι να κατανοήσουν την καθήλωσή τους σε συντηρητικές δεσμεύσεις. Συμπερασματικά ότι η ενδεχόμενη πολιτική τους τοποθέτηση εξυπηρετεί μια ψυχολογική και όχι μια ρεαλιστική ανάγκη.

Φόβος και εξουσία

Ξεκινώντας από τους παραπάνω προβληματισμούς μπορούμε τώρα να εξετάσουμε τη λειτουργία του φόβου σε σχέση με τη εξουσία. Αυτή τη σχέση τη γνώριζε κάθε εξουσία από παλιά αλλά και οι ηγέτες του σημερινού συστήματος τη χειρίζονται, θα λέγαμε μελετημένα και ‘επιστημονικά’. Παλαιότερα η εξουσία χρησιμοποιούσε τη δύναμή της με τη μορφή άμεσης βίας. Σήμερα μεγαλώνει όσο μπορεί τις βασικές ανάγκες των ανθρώπων για να  χρησιμοποιήσει μετά τη δυστυχία, τον πόνο και την έλλειψη, τερατοποιώντας το φόβο. Μια βασική μέριμνα και φόβος είναι το ‘πώς θα περισώσω αυτά τα λίγα που έχω’. Λένε: «θα πεινάσουμε, δεν θα έχουμε να φάμε, θα χάσουμε τις φτωχές καταθέσεις μας, θα μπούμε στη δραχμή, θα χάσουμε τα σπίτια μας…» κλπ. Με τον λόγο αυτόν μπαίνουν στην πιο βαθιά περιοχή της ανθρώπινης ύπαρξης, που αφορά στην ίδια την επιβίωση και την ίδια την ύπαρξη. Ο απόλυτος τρόπος με τον οποίο μιλούν, ενισχύουν τον απόλυτο τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το ασυνείδητο, δηλαδή, το ότι το ασυνείδητο δεν κατανοεί τις διαβαθμίσεις αλλά τείνει να απολυτοποιεί τα πράγματα. Επομένως το κάθε ‘κακό’ γίνεται απόλυτα κακό. Αυτό τον καιρό τα ακραία ψεύδη(που είναι τα κυρίως πιστευτά, κατά την άποψη του Χίτλερ και του Γκαίμπελς) ακολουθούν το ένα το άλλο και αγγίζουν την ιδέα της ασφάλειας και της ακεραιότητας της ίδιας της ζωής. Αυτόν που λέει διάφορες τρέλες, που συνήθως δεν τον παίρνουμε στα σοβαρά, είπε: «Αν ο Σύριζα βγει πρώτος, τότε θα αρχίσουν τις εκτελέσεις».Ο λόγος είναι παράλογος. Και όλοι θα πουν: «Δε βαριέσαι, τα λέει ο Πάγκαλος». Αυτός ο λόγος όμως λειτουργεί ως ‘σημαίνον’ δηλαδή είναι ένας λόγος που ακούγεται και, μολονότι έχει κριθεί ως ανόητος και παράλογος, μπαίνει ωστόσο στην παράλογη περιοχή του εαυτού, συνδέεται εκεί με τους παράλογους φόβους και λειτουργεί εκεί. Παρόμοια ‘κρούση’ είναι εκείνη του Α. Σαμαρά, ο οποίος είπε  ότι η Αριστερά θυμήθηκε  το ‘Σφυροδρέπανο’, ώστε να επαναφέρει τον τότε φόβο του εμφυλίου πολέμου.

Ο Α. Λοβέρδος προχώρησε παραπέρα. Εισηγήθηκε με εγκύκλιό του την πρώην αμερικάνικη τακτική της υγειονομικής περίθαλψης. « Τα νοσοκομεία …υποχρεούνται να μην παρέχουν υπηρεσίες σε υπηκόους τρίτης χώρας, οι οποίοι δεν έχουν τα αναγκαία έγγραφα… κλπ…. Ρητή και μοναδική εξαίρεση αποτελούν τα περιστατικά που προσέρχονται ως επείγοντα και αφορούν  σε απειλητικές για τη ζωή και υπερεπείγουσες καταστάσεις…»3. Δηλαδή όταν οι άνθρωποι είναι περίπου ετοιμοθάνατοι. Όμως η ιατρική πράξη δεν περιλαμβάνει συμβόλαια με τον θάνατο με ακριβείς όρους και επίσημες υπογραφές.  Άρα την επόμενη ώρα κάτι μπορεί να συμβεί και ο άρρωστος να πεθάνει. Ο υπουργός λοιπόν μας λέει, ότι γι’ αυτόν προέχει η ικανοποίηση των ‘υπερτάτης αξίας’ αγορών και όχι το ό,τι μερικοί από τους ασθενείς ίσως και να πεθάνουν. Μας λέει ακόμη ότι γι αυτόν είναι επιτρεπτό το ν’ αποφασίζει αν κάποιοι θα πεθάνουν, κάτι φυσικά που δεν μπορεί να ισχύει για όλους εμάς τους κοινούς θνητούς, οι οποίοι θα διωχθούμε για φόνο εξ αμελείας. Επιτρέπεται και για εμάς μόνον όταν εντέλλεται ο ‘ανώτατος άρχων’, δηλαδή ο υπουργός και όταν οι εν λόγω άνθρωποι είναι μετανάστες, δηλαδή, χιτλεριστί σκουπίδια.

Εξουσία και παντοδυναμία

Διοχετεύει λοιπόν την ιδέα ότι αυτός(ο υπουργός) έχει το δικαίωμα να καθορίζει σε ένα βαθμό τη ζωή και τον θάνατο των ανθρώπων και επομένως  στέλνει ένα μήνυμα περίπου θεϊκής  παντοδυναμίας. Εξ ίσου φανερά ακούστηκε η πρότασή του να βοηθήσει στην οργάνωση ενός κεντροαριστερού μετώπου με τη συνεργασία των αριστερών δυνάμεων, του ΠΑΣΟΚ και της Χρ. Αυγής θεωρώντας ως αυτονόητο, ότι οι αριστερές δυνάμεις θα συνεργασθούν με τη Χρ.  Αυγή. Εδώ ο υπουργός σκόπιμα αγνοεί την ίδια την πραγματικότητα για να περάσει το μήνυμα, ότι αυτός με την ‘παντοδυναμία’ του δημιουργεί την πραγματικότητα και μόνο επειδή το λέει, δηλαδή με το λόγο του. Το μήνυμα αυτό λέει επίσης σιωπηλά, ότι «όλοι είναι φασίστες και άρα οι δυνάμεις της Αριστεράς θα συνεργασθούν  με τη Χρ. Αυγή.» Ωστόσο, ο παράλογος λόγος λειτουργεί σαν διπλό μήνυμα, δηλαδή ακούγεται και μάλλον απορρίπτεται ως παράλογος, ενώ συγχρόνως  περνά και συνδέεται  με το αρχαϊκό και παράλογο  μέρος του εαυτού ως ένα ενδεχόμενο.

Η ιδέα της παντοδυναμίας είναι δυνατόν να υποστηριχθεί άλλοτε με λόγο και άλλοτε μόνο με πράξεις, όπου ο λόγος απουσιάζει, όπως η επίθεση της αστυνομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο και στους φοιτητές. Αυτή η επίθεση καταργεί την αιτία και το λόγο ακόμα και την  πρόφαση, η οποία είναι ένας, ψευδής μεν, αλλά, λόγος.  Εντάσσεται στην περιοχή του παραλόγου στον ασυνείδητο χώρο, όπου κατοικεί  ο τρόμος και τα ά-λογα φαντάσματα.

Στην ίδια περίπου δυναμική εντάσσονται και οι πράξεις της κ. Μέρκελ και του κ. Σόυμπλε. Μάλλον θα ήξεραν, ως έμπειροι πολιτικοί, ότι θα εισέπρατταν ένα όχι στην πρότασή τους για την παράλληλη διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Αλλά και στην περίπτωση αυτή οι Έλληνες θα ‘άκουγαν’ την έμπρακτη παρουσία τους μέσα στο ελληνικό γίγνεσθαι. Το ίδιο ισχύει και για τις απόψεις των αξιωματούχων της Ευρώπης, οι οποίοι παρεμβαίνουν διαρκώς, επιδιώκοντας έτσι να δημιουργήσουν μια τεράστια ομπρέλα παντοδυναμίας, πάνω από τον ουρανό της Ελλάδας. Το μήνυμα αυτό της παντοδυναμίας δεν είναι το ίδιο με το μήνυμα απλά του φόβου, όπως συχνά, λέγεται. Η παντοδυναμία απολυτοποιεί το φόβο. Μπροστά της όλοι είναι εντελώς αδύνατοι και επομένως οφείλουν να αποδεχθούν την επιθυμία της και να υποταχθούν σ’ αυτήν, παίρνοντας ένα μικρό αντάλλαγμα, που εκείνη ορίζει και θέλει να τους δώσει. Μια τέτοια βαθιά και συχνά ανομολόγητη πεποίθηση συχνά ευθύνεται για το ότι πλήθος ανθρώπων οι οποίοι, ενώ υποφέρουν, υποτάσσονται και κάποιες φορές αυτοκτονούν,  αλλά δεν τολμούν ούτε καν να σκεφθούν αντίθετα με την παντοδυναμία της εξουσίας.

Εδώ πρέπει να αναφερθούμε στην ασυνείδητη εγγραφή ότι οι ‘έχοντες’ τα πολλά χρήματα, όπως οι δανειστές μας, είναι οι πρώτοι στην κλίμακα της παντοδυναμίας και είναι αήττητοι. Κι αυτό γιατί τα ίδια τα χρήματα είναι αήττητα. Επομένως ό,τι πηγάζει από αυτούς είναι επίσης αήττητο. Αυτή είναι μια άποψη βαθιά ριζωμένη  στις ψυχές των πλείστων ανθρώπων, που φυσικά ανατροφοδοτείται διαρκώς από τους εντόπιους πιστούς υπηρέτες του συστήματος. Όταν λοιπόν ο τρέχων λόγος ψεύδεται συστηματικά, τότε η αδύνατη κριτική σκέψη πολλών ανθρώπων δεν έχει πού να στηριχθεί και επιστρέφει στη γνωστή υποταγή, τη βαθιά ριζωμένη ιδέα της παντοδυναμίας των αρχόντων.

Όλ’ αυτά τα θεατρικά σκηνικά, αν φωτισθούν αποκαλύπτουν την ελλειμματικότητά, τις αδυναμίες τους και τη γελοιότητα. Η αποκάλυψη της ελλειμματικότητας και της αδυναμίας χτυπά τις ρίζες της παντοδυναμίας. Η αποκάλυψη του γελοίου είναι ένα απλό και συγχρόνως ισχυρό όπλο ενάντια στο ψεύδος.2 Μια τέτοια πλαγιοκόπηση θα αποκαλύψει ότι δεν είναι παντοδύναμοι και συνεπώς είναι ευάλωτοι. Αν όλα μείνουν στο ημίφως, τότε αποκτούν τη δυναμική του φαντάσματος, όπως προαναφέραμε, και εγγράφουν σε περιοχές του ασυνειδήτου τη σήμανση της παντοδυναμίας και του τρόμου. Εξ άλλου η αποκάλυψη της ιδέας της παντοδυναμίας, όχι μόνο στο λόγο τους αλλά  και γενικότερα στο ευάλωτο του συνολικού συστήματος, μεταφέρει τη νοητική και ψυχική δυναμική  από την άλογη περιοχή των φαντασμάτων και της απόλυτης αδυναμίας στην περιοχή της πραγματικότητας και της συνειδητής εκτίμησης των ορίων της ισχύος του συστήματος∙ και συνεπώς των τρόπων της αντιπαράθεσης σ’ αυτό.

Το ψεύδος

Στο ημίφως το ψεύδος, είτε το εμπρόθετο και συνειδητό, είτε εκείνο των ασυνειδήτων παρεμβάσεων, παραμένει κυρίαρχο και λειτουργεί με διάφορους τρόπους. Συχνά διηθεί κάθε φράση και κάθε λέξη. Δεν είναι δυνατόν να αναλύσει κανείς κάθε φράση και κάθε λέξη, ώστε να ξεχωρίσει ποια είναι η αλήθεια και ποιο το ψέμα. Άλλες φορές όμως φαίνεται καθαρά η αντίφαση και αυτή είναι ο οδηγός προς την αποκάλυψή του. Συχνά επίσης συμβαίνει το ψεύδος να εμπεριέχεται κυρίως στον τρόπο παρά στο αντικείμενο του διαλόγου. Μέσα από μια δίνη λόγων και ακατάσχετη λογόρροια, που δεν έχει τέλος, επιχειρείται η συγκάλυψη της αλήθειας. Εδώ το ψέμα είναι η συγκάλυψη. Άρα είναι λάθος το να εμπλακεί κανείς στη λογόρροια ή στη λεπτολόγο αντιμετώπιση του περιεχομένου αυτού του λόγου, ο οποίος λέγεται με πολύ πάθος και συχνά προκαλεί τη πολυλογία του άλλου, με αποτέλεσμα ένα εκκωφαντικό τίποτα. Είναι όμως δυνατό, είτε πρόκειται για διάλογο, είτε για κείμενο ή για δηλώσεις, να επισημάνει κανείς ποιο είναι το πράγμα εκείνο, το οποίο ο άλλος θέλει να παραποιήσει ή να συγκαλύψει. Πέραν όμως αυτού, ο αληθής λόγος μπορεί να χάσει την αξία του, όταν ο εκφέρων αυτόν το λόγο δεν έχει πεισθεί ότι η αλήθεια έχει τη δική της δύναμη και δεν χρειάζεται το του τεράστιο πάθος του ομιλούντος και τη συνήθη φλύαρη μεθοδολογία.

Η αλήθεια

Αξίζει να τονισθεί ότι η μάχη, η οποία τώρα δίνεται είναι μια μάχη αλήθειας. Η αναζήτηση της αλήθειας, είτε σαν πρόσχημα είτε γνήσια υπήρχε πάντα, αλλά παλινδρομούσε ανάμεσα στο υπόγειο και στο ισόγειο της σκέψης, ίσως γιατί οι αντίπαλοι δεν είχαν ξεκάθαρο το στόχο και φοβόταν να εμπλακούν σε μία ανοιχτή τοποθέτηση απέναντι στην αλήθεια. Ακόμη, όλοι ήξεραν ότι παίζουν και αυτοί με το ψέμα και μια πλευρά του δικού τους  οικοδομήματος δεν ήθελαν να αποκαλυφθεί. Τώρα όμως, όσο συνειδητοποιείται η ίδια η κρίση και το αδιέξοδο, τόσο οι πολίτες βλέπουν καθαρότερα και καλούνται να παραμερίσουν σε ένα βαθμό τα προσωπικά τους συμφέροντα και τις καθηλώσεις τους. Επομένως ανοίγει ο δρόμος για διακρίνουν το ψεύδος και να αναζητήσουν την αλήθεια. Η διαφορά φαίνεται επίσης και ανάμεσα στις προηγούμενες εκλογές και στις επόμενες. Είναι κι αυτό μια καλή ωριμοποιός παρενέργεια της κρίσης.  Οι πολίτες θέλουν να δουν καθαρά τις αιτίες της πτώσης και επίσης καθαρά τους τρόπους της ανόδου. Σ’ αυτές τις εκλογές, —και αυτό δεν είναι λογοπαίγνιο—το διακύβευμα είναι η αλήθεια. Φαίνεται ότι το ψεύδος έχει φτάσει σε ένα οριακό σημείο, όπως είναι η σοβαρή αρρώστια και ο θάνατος. Η προηγούμενη εξουσία κάνει—επιτρέψτε μας—τις γνωστές ‘κωλοτούμπες’, λέει και πράττει το ολοφάνερο πια ψεύδος, κλείνοντας τα μάτια μπροστά στο ολοφάνερο, προφανώς γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Ακριβώς επειδή πρέπει να επικρατήσει ανεξάρτητα από τιμιότητα, αλήθεια ή αξιοπρέπεια. Το λεγόμενο ψέμα είναι το αυτονόητο αποτέλεσμα ενός ενδογενούς και κρυφού ψεύδους, το οποίο είναι κι αυτό υποχρεωμένο να αυτοαποκαλυφθεί και φαίνεται ότι τώρα ήρθε η ώρα του.  Το ψεύδος πρέπει διαρκώς να αποκάλυπτεται με κάθε τρόπο, ώστε το άφωνο νόημα της αυτοαποκάλυψής του μέσα στα τεκτενόμεα να αποκτά τη δύναμη των λέξεων και του λόγου. Αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά οι διαβασμένοι εγκέφαλοι του συστήματος. Η μέθοδός τους είναι να μιλούν για το ψεύδος αλλά να αντιστρέφουν το νόημα των πραγμάτων.  Παραθέτουμε ένα παράδειγμα του πώς χειρίζεται το ψέμα το σύστημα. Έγραψαν λοιπόν η ‘Αυγή’ και το ‘Έθνος’ για ένα άρθρο του πρακτορείου Bloomberg, το οποίο, όπως είναι γνωστό, ανήκει στον Πύργο Ελέγχου του συστήματος. Και στις δύο δημοσιεύσεις το κείμενο είναι όμοιο, εκτός από ελάχιστες μεταφραστικές διαφορές. «Ο Σύριζα και ο Τσίπρας πουλάνε στους Έλληνες ένα ψέμα…»  λέει, και παρακάτω: «…(Οι Ευρωπαίοι) γνωρίζουν, σύμφωνα με τα λεγόμενα του κ. Τσίπρα, ότι η έξοδος από το Ευρώ μπορεί να καταβαραθρώσει την οικονομία όλης της ηπείρου, και συνεπώς δε ρισκάρουν…» και συνεχίζει ο γράφων: «Ίσως, αλλά σκεφτείτε αυτό: εάν πιστεύει(Ο Τσίπρας) αυτό που λέει(και δε λέει ψέματα), τότε είναι διατεθειμένος να τζογάρει σε μία παρτίδα πόκερ με την γερμανίδα καγκελάριο Άνγγελα Μέρκελ το μέλλον της Ελλάδας και όλης της Ευρώπης.» Τι σημαίνει αυτό; Αν το αποτέλεσμα του τζόγου θα είναι καταστροφικό, τότε θα φταίει μόνο ο Τσίπρας και όχι η Μέρκελ. Αυτή και όλο το σύστημα, το οποίο αυτή υπηρετεί βρίσκεται a priori στο απυρόβλητο. Δεν κάνει ποτέ λάθος, δεν φταίει ποτέ, δεν αλλάζει ποτέ και δεν μπορεί κανείς να την αμφισβητήσει. Αυτό ακριβώς είναι το ψέμα της παντοδυναμίας, το οποίο περνά κρυφά και για το οποίο μιλήσαμε παραπάνω. Έτσι λοιπόν το δημοσίευμα σπέρνει τη ‘λέξη-σημαίνον’ ‘ψέμα’, αποδίδοντάς το στον Σύριζα και στον Τσίπρα και αποκρύβοντας με πολλή τέχνη το μόνο ψέμα που υπάρχει στη φράση, εκείνο του απυρόβλητου της παντοδυναμίας της Μέρκελ και του συστήματος. Κατά τα άλλα δεν στενοχωριέται και πολύ ο συγγραφέας του άρθρου για το ό,τι δεν κατονομάζει κανένα ψέμα του Τσίπρα αλλά κάνει κάποιες  αφελείς υποθέσεις. Μια τέτοια ιδέα υπάρχει σε όλη τη ρητορεία των αρχόντων-υπηρετών του συστήματος και όλες οι λύσεις που προτείνουν στις πλείστες των περιπτώσεων προϋποθέτουν την ιδέα του απυρόβλητου. Οι δανειστές, οι τοκογλύφοι και οι αγορές είναι πάντα στο απυρόβλητο, οι πράξεις τους, το Μνημόνιο, κλπ. Ένας από τους λόγους, που εμφανίζονται άτεγκτοι σε αλλαγές του Μνημονίου είναι για να μην αποδειχθεί ότι μπορεί κανείς να ‘πυροβολήσει’ σ’ αυτό και να το τραυματίσει. Γιατί τότε θα κλονισθεί το κύρος του σε οποιαδήποτε περαιτέρω εφαρμογή του. Απόδειξη αυτού είναι το ότι στην Ιρλανδία τώρα τα μνημονιακά μέτρα είναι ηπιότερα. Έτσι όμως καθορίστηκαν από την ηγεσία και η ηπιότητα εκεί δεν είναι το αποτέλεσμα σύγκρουσης και διεκδίκησης. Μετά απ’ αυτά δεν πρέπει κανείς να απορεί γιατί κυκλοφορεί ο χαρακτηρισμός του ‘αλαζόνα’ για τον κ. Α. Τσίπρα. Αυτό με λόγια σεναριακά λέει: «Ποιος είναι αυτός ο νεαρός που τολμά να τα βάζει με το παντοδύναμο σύστημα.  Άρα είναι αλαζόνας.»

Μία πρακτική συνέπεια των παραπάνω είναι η πρακτική φαντασίωση της ισχύος ότι θέλει να παρασύρει όλους να  παίξουν στο δικό της γήπεδο, όπου όλα είναι οργανωμένα με το δικό της τρόπο και επομένως οικεία γι’ αυτήν. Συγχρόνως δηλώνει ότι αυτό είναι το μόνο υπάρχον γήπεδο. Εκεί  όπου το μπέρδεμα του ψευδούς με την πραγματικότητα κυριαρχεί. Το να σπεύδει κανείς εύκολα να παίξει στο γήπεδο του άλλου ή να αφήνεται να  παρασύρεται είναι μια μορφή ασυνείδητης αφέλειας και υπακοής.

Γενικό συμπέρασμα είναι πως όταν κάτι λέγεται ανοιχτά, φοβίζει λιγότερο. Σημαίνει ‘ότι εμείς πρώτοι δεν το φοβόμαστε’ δηλώνοντας συγχρόνως ότι η αλήθεια είναι πάντα αλήθεια. Εξ άλλου, αν ξεκινά κανείς παίζοντας με το ζάρι της αλήθειας πρέπει να είναι συνεπής μέχρι τέλους. Αν κάτι δεν ειπωθεί, ίσως από ψηφοθηρικό φόβο, αν αργότερα αποκαλυφθεί η αλήθεια, τότε αυτό ευκολότατα θα θεωρηθεί σαν παραπλάνηση. Τότε ο σημερινός προτεινόμενος ως προοδευτικός λόγος θα καταταγεί στην κατηγορία του ψευδούς πολιτικού λόγου του παρελθόντος. Οι συνέπειες θα είναι πολλαπλάσιες, σε σύγκριση με τις συνήθεις απογοητεύσεις από πολιτικούς ηθικά μικρούς. Γιατί, η απογοήτευση και η οργή θα είναι τεράστια όταν κανείς ελπίσει σε υψηλές προσδοκίες και απογοητευθεί. Η στάση αυτή εκτός από την υπηρεσία της αλήθειας εμπεριέχει και σοβαρότητα, η οποία είναι ούτως ή άλλως αναγκαία όταν καλείται κανείς να ακροβατήσει στην πρόταση μιας μεγάλης αλλαγής.

Ο ψηφοφόρος δεν πρέπει να πει: Δε μας λένε όλη την αλήθεια, γιατί φοβούνται όπως φοβόμαστε κι εμείς. Το ‘όπως κι εμείς’ είναι η αυτόματη αναγωγή και προσομοίωση με το προσωπικό φάντασμα, που καθ’ ένας έχει μέσα στο νου του. Αν λοιπόν και τα ενδεχόμενα δυσάρεστα αναφερθούν και συζητηθούν με ρεαλιστικό τρόπο, τότε θα δοθεί το μήνυμα ότι οι φορείς αυτής της πολιτικής δε φοβούνται να μιλήσουν και αν αναφερθούν σε δυσάρεστα, θα είναι μέσα στα πλαίσια της πραγματικότητας. Έτσι τα φαντάσματα θα ρεαλιστικοποιηθούν και θα πάψουν να είναι φαντάσματα.  Μη ξεχνάμε ότι είναι πολλοί αυτοί που λένε: ‘Ναι, να δεχθώ δυσκολίες και στερήσεις τώρα, αρκεί να ξέρω ότι σε κάποιο χρόνο τα πράγματα θα αλλάξουν.’

Το αρχικό και βασικό σχέδιο πρέπει να  λέγεται πρακτικά, λιτά και συχνά, για να το γνωρίζουν όλοι. Ακόμα και οι δυσκολίες της εφαρμογής του, ίσως και κάποιες αμφισβητούμενες μάχες. Μόνο τότε οι πολίτες θα είναι συμπαραστάτες, όχι μόνο στις εκλογές αλλά και στη συνέχεια.

Το συμβόλαιο της αλήθειας θα πρέπει να καταγραφεί και να υπογραφεί από τους αποδέκτες πολίτες. Για το παρόν και για το μέλλον. Αυτός οφείλει να  είναι ο νέος πολιτικός λόγος.

——————

1.    Σ. Φροϋντ, Ψυχολογία των Μαζών και Ανάλυση του Εγώ. Εκδ. Επίκουρος, Αθήνα 1977.

2.   Ο Μολιέρος λέει στον Δον Ζουάν, ότι αν πεις σε κάποιους ανθρώπους ότι είναι κακοί, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα ενοχληθούν και πολύ. Σε μερικούς μάλιστα μπορεί και να αρέσει. Αν όμως τους πεις ότι είναι γελοίοι, τότε θα ενοχληθούν πάρα πολύ.

3.  ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 2   Υ4α/    ΟΙΚ.45610, 2/5/12.

 

 

Γιώργος Μποτονάκης

Ψυχίατρος-Ψυχαναλυτής

Μάιος 2012

Email: gio.boton@gmail.com

 

Οι Εραστές των Νεκρών Αριθμών

Μαΐου 9, 2012

            (Γιώργος Μποτονάκης)

 

Αυτό το όνομα εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά μας  όταν γραφόταν το κείμενο «Ο Εκκλησιαστικός Λόγος και ο Πλούτος».  Η ιδέα ξεκίνησε από την αποστροφή του Μ. Βασιλείου για την κατοχή του χρυσού, στο κείμενό του «Ομιλία προς τους πλουτούντας». Το κείμενο εκείνο δημοσιεύτηκε σ’ αυτή τη σειρά πριν από λίγο καιρό.

Σε μια φιλική βραδιά πριν τις εκλογές, κάποιος από την παρέα πρότεινε να μας διαβάσει ένα απόσπασμα από εκείνο το κείμενο, για να βοηθήσει τη συζήτηση. Διάβασε λοιπόν: «Είναι φοβερά μανία, όσον μεν ο χρυσός ήταν εις μετάλλευμα, να ανασκάπτεις την γην, όταν δε ανακαλυφθεί, να τον εξαφανίζεις και πάλιν εις την γην…» Με τη φράση αυτή υποσημαίνει  ο συγγραφέας, ότι αν ο χρυσός χρησιμοποιήσει την αξία του, υπέρ της ζωής των ανθρώπων και προπάντων αυτών που έχουν ανάγκη, τότε μόνο θα αποκτήσει νόημα, θα γίνει δηλαδή ένα σημαίνον ανθρώπινης αξίας, προσφοράς και ζωής… Αλλιώς, θα ξαναγυρίζει στη γη—δηλαδή αυτοί που τον έχουν θα τον θάψουν και πάλι στη γη για να τον φυλάξουν από τους κλέφτες—ακολουθώντας κυριολεκτικά τη μοίρα του θανάτου και της ταφής… Οι πλούσιοι σήμερα δεν κατέχουν συνήθως χρυσό, κατέχουν όμως μετοχές, βιβλιάρια και ομόλογα, δηλαδή χαρτιά με αριθμούς. Αυτά τα νούμερα δεν έχουν καμία αξία και καμία ζωή ακριβώς γιατί δε χρησιμοποιούνται,  όπως και  ο χρυσός, ο θαμμένος στη γη. Είναι νεκροί αριθμοί… Ούτε καν χάριν της ζωής του ανθρώπου, ο οποίος τα κατέχει, γιατί περισσεύουν από τις πιο πολυτελείς του ανάγκες. Τα νούμερα αυτά είναι νεκρά, και όταν μεγαλώνουν, ο κάτοχος ικανοποιείται με μια παράξενη ηδονή, την ηδονή των νεκρών αριθμών.  Ωστόσο, και αυτό το ψυχικό γεγονός—μολονότι μιλάμε για ηδονή—εμπεριέχει τον θάνατο, γιατί δεν προσφέρει τίποτα στη ζωή και όχι μόνο των άλλων, αλλά ούτε καν στη δική του. Άρα, η φαντασιωσική αυτή ικανοποίηαη του εραστή των νεκρών αριθμών δεν κάνει τίποτα άλλο παρά ν’ ανακυκλίζει τη νεκρή τους ύπαρξη.»

—Εδώ σταματώ την ανάγνωση, είπε. Ελπίζω να μας βοηθήσει στη συζήτηση.

—Αυτός ο έρωτας των νεκρών αριθμών είναι ένας ψυχρός έρωτας.  Αλλά δεν καταλαβαίνω. Ο έρωτας είναι πηγή της ζωής. Πώς μπορεί να υπηρετεί, να ‘γεννά’ τον θάνατο; Είπε πάλι κάποιος άλλος.

—Αν υπάρχει ελάχιστο συναίσθημα θα πρέπει να είναι μάλλον κατασκευασμένο. Ούτε ο αρχαίος έρως του Πλάτωνος, ούτε ο έρωτας των χιλιάδων ποιητών ούτε η  libido του Freud δεν μπορούν να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε τη ηδονή  των νεκρών αριθμών.

—Θα πρέπει μάλλον να τον φανταστούμε σαν ένα είδος ψυχαναγκασμού ή ψυχρής μανίας, όπως λέει ο Μ. Βσίλειος, η οποία γεμίζει όλο το νοητικό, αναπαραστασιακό και ψυχικό χώρο—ό,τι ψυχικό έχει τελικά απομείνει. Είπε κάποιος άλλος, που ήξερε ψυχολογία.

—Ένας χώρος που δεν συνδέεται με βιώματα ζωής αυτού του ανθρώπου, τα οποία και αν κάποτε είχαν υπάρξει, σήμερα έχουν ξεχαστεί. Σήμερα έχουν παραμείνει οι ψηφιακές τους αναπαραγωγές, αποτέλεσμα ενός ψηφιακού προγραμματισμού, ο οποίος αποκλείει τη ζωή του αυθεντικού και ελεύθερου βιώματος και υπακούει στη ψηφιακή εντολή. Στη ψηφιακή εντολή καταφεύγουν λόγω έλλειψης της ψυχικής ζωής, οι ίδιοι οι εραστές των νεκρών αριθμών.  Είπε ο τρίτος, προγραμματιστής στο επάγγελμα.

—Ούτε κι εγώ μπορώ να καταλάβω… ίσως να είναι ένας άλλος έρωτας, βαπτισμένος στο κακό και στην καταστροφή, που ωστόσο ζει όπως ο βρυκόλακας και γεννά το θάνατο… ξαναείπε ο πρώτος.

—Αυτό είναι τρομερό, είπαν όλοι σχεδόν μαζί. Και… πώς είναι δυνατόν αυτό;

Κάποιος άλλος τότε θυμήθηκε μια παλιά ιστορία που ήταν ο ίδιος  παρών.

—Τώρα ακούστε αυτή την ιστορία για να γελάσουμε και λίγο… Ταξίδευα λοιπόν με το καραβάκι από τις Καρυές του Αγίου Όρους στην Ουρανούπολη της Χαλκιδικής. Ένας καλόγερος μιλούσε κι εγώ τον άκουγα από κάποια απόσταση να λέει αριθμούς.  Ήταν μάλλον μικρόσωμος, κάπως γεμάτος, με γκρίζο κεφάλι, γυαλιά μυωπίας και ύφος διανοούμενου. Υπήρχε ακόμα η δραχμή και μάλιστα πριν από αρκετά χρόνια, όταν είχε πολύ μεγαλύτερη αξία∙ και έλεγε ο καλόγερος: «…δύο εκατομμύρια… οχτακόσιες χιλιάδες… τρία εκατομμύρια…πέντε  εκατομμύρια… δεκαπέντε εκατομμύρια… κλπ.» Τα υπόλοιπα λόγια δεν ακουγόταν από την απόσταση που βρισκόταν ο αφηγητής, ακουγόταν μόνο τα νούμερα, τα οποία πρόφερε με έμφαση ο καλόγερος, σαν να καμάρωνε. Τα νούμερα αυτά λεγόταν σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο και εγώ απορούσα για το πώς συνδέονται μεταξύ τους. Ένα μόνιμο χαμόγελο σεμνού θριάμβου ήταν τυπωμένο στο πρόσωπό του και κάπου κάπου κοίταζε γύρω του για να δει αν τον ακούν. Αυτό κράτησε πολλή ώρα, ένα μεγάλο μέρος του ταξιδιού. Αναρωτήθηκα τότε για το τι άλλο, εκτός από αυτά τα νούμερα, μπορούσε να περιέχει εκείνο το γκρίζο κεφάλι.

Όλοι ξαφνιάστηκαν και σιώπησαν για λίγο.

—Μα πώς είναι δυνατόν… ο καλόγερος… είπε κάποιος.

—Δηλαδή ήταν κι αυτός εραστής των νεκρών αριθμών; Και γιατί όχι. Είπε κάποιος άλλος και κοίταξε όλους μας έναν έναν στα μάτια.

—Θέλετε τώρα να σας αφηγηθώ το όνειρο ενός από αυτούς τους ανθρώπους, όπως μου το είπε ο ίδιος; Ακούστηκε κάποιος που είχε κάποια  κονέ με τους εραστές των νεκρών αριθμών.

Όλοι συμφώνησαν και ο φίλος ξεκίνησε. «Ένας άνθρωπος, βρίσκεται σε έναν χώρο σαν ένα  πολύ μεγάλο δωμάτιο. Στους τοίχους ήταν καρφιτσωμένα χαρτονομίσματα και τους σκέπαζαν και πίσω τους κάποια άλλα πιο μεγάλα και  πιο πίσω επάνω στους τοίχους σαν ταπετσαρία κάτι τεράστια που κάλυπταν τους τοίχους και το  ταβάνι. Ο χώρος είναι γεμάτος από αιωρούμενα χαρτονομίσματα που πετούσαν μπροστά του  σαν χρωματιστές νυχτερίδες. Όλο το παράξενο σκηνικό έμοιαζε σαν να ήταν ολόκληρος ο κόσμος γεμάτος με χαρτονομίσματα και οι ταπετσαρίες στους τοίχους έμοιαζαν, όπως ο ουρανός φτιαγμένος από τεράστια διάφανα χαρτονομίσματα.  Κάποιοι αριθμοί πετούσαν φευγαλέα σαν ασπρόμαυρες νυχτερίδες και κάποιες σκέψεις σαν μικρές αστραπές. ίσως ήταν οι δικές του σκέψεις.

Καθώς συνωστιζόταν  γύρω απ’ το κεφάλι του, έμπαιναν μέσα στο στόμα του, σκέπαζαν τα μάτια κι έβγαζαν συριγμούς και παράξενους ήχους όπως ακουμπούσαν το ένα με το άλλο ή σέρνονταν στους τοίχους. Κάποιες φορές πήγε να τα φτύσει, αλλά αντίθετα τα μάσησε και τα κατάπιε. Κάποιες φορές που κατάφερνε να δει ανάμεσά τους  έξω από το παράθυρο τον έξω κόσμο αυτόματα αυτή η εικόνα μεταμορφώθηκε σε αιωρούμενα παιχνιδιάρικα χαρτονομίσματα. Πότε πότε άκουγε κάτι σαν ομιλίες και δεν ήξερε αν ήταν κι άλλοι  εκεί κοντά ή αν μιλούσαν τα πρόσωπα, τα ζωγραφισμένα στα χαρτιά. Αυτό τον φόβισε, γιατί αν ήταν και άλλοι εκεί μέσα, τότε μπορεί ν’  άρπαζαν τα λεφτά και να έφευγαν.  Τότε ο άνθρωπός μας ηρέμησε και σκέφτηκε πιο λογικά. Είπε λοιπόν ν’ αρχίζει να μετρά τα χαρτονομίσματα, για να ξέρει ακριβώς πόσα είναι. Για να μπορέσει λοιπόν να τα ξεχωρίζει και να μη τα μετρά δύο φορές, προσπάθησε να βρίσκει κάτι ξεχωριστό που έχει το κάθε ένα. Ένα σημαδάκι, ένα τσάκισμα, μια γραμμούλα Ή κάποιο να είναι γερασμένο από την πολλή χρήση ή άλλο να είναι νέο και ζωηρό.  Ή να μοσκοβολάει από τη τσάντα μιας κυρίας, ή να βρομάει απ’ την κωλότσεπη ενός άπλυτου εμπόρου στη λαχαναγορά. Ήθελε οπωσδήποτε να τα μετρήσει αλλά δεν ήταν και τόσο εύκολο, γιατί μετά ξεχνούσε τα σημάδια που είχε βρει αφού ήταν πάρα πολλά και έπρεπε να τα θυμάται ένα ένα.  Εκείνα όμως άρχισαν να τρέχουν ολοένα και πιο γρήγορα και  μπερδευόταν, ήταν φυσικά ευχαριστημένος που ήταν πάρα πολλά, αυτά στριφογύριζαν σα λυσσασμένα γύρω του, γρήγορα. Θύμωσε τότε πάρα πολύ κι όσο θύμωνε τόσο αυτά στριφογύριζαν πιο γρήγορα, ήταν έξαλλος από οργή, προσέξτε αναθεματισμένα, φώναξε και εκείνα τον άκουσαν και πετούσαν πιο προσεκτικά, για να μην χτυπάνε το ένα πάνω στο άλλο, όπως οι γλάροι. Θύμωσε και με τον εαυτό του, γιατί δεν μπορούσε να τα μετρήσει. Πρέπει να τα μετρήσω, φώναζε μανιασμένος. Μόλις συνερχόταν έτρεχε αμέσως να γράψει στον τοίχο τον αριθμό, πριν τον ξεχάσει, δεν ήξερε κι όλας αν τα είχε ξαναμετρήσει δυο φορές ίσως και τρεις, και χαιρόταν που μεγάλωνε ο αριθμός, μακάρι έλεγε να μην το έχω μετρήσει δυο φορές, αλλοίμονο αν τρεις, είπε με φόβο.

Κάποια μέρα όμως του Αυγούστου, δύο το μεσημέρι, καύσωνας έξω σαράντα βαθμούς. Εκείνη όμως τη στιγμή τρελάθηκαν όλα πετούσαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα και χτυπούσαν το ένα στο άλλο. Μετά έμπαιναν στο στόμα του, στα μάτια του στ’ αυτιά του. Συχαινόταν που τάτρωγε πάλι και πάλι και δεν μπορούσε να  πάρει αναπνοή και μετά προσπαθούσε να κάνει εμετό, τα έπαιρνε και τα έβαζε στον ήλιο να στεγνώσουν. Μετά αποκαμωμένος σταματούσε το μέτρημα και προσπαθούσε να κοιμηθεί. Κάποιες στιγμές ξυπνούσε τρομαγμένος γιατί το πρόσωπό του ήταν καταϊδρωμένο και σκεπασμένο από δαύτα που ξάπλωναν επάνω του για να ξεκουραστούν και να κοιμηθούν κι αυτά. Το άλλο πρωί καθώς ξυπνούσε σχετικά ξεκούραστος ξανάρχιζε πάλι το μέτρημα με μεγαλύτερη επιθυμία να βρει πόσα είναι και να γράψει τους αριθμούς στον τοίχο, ευτυχώς είχε βρει μια κιμωλία πεταμένη στο πάτωμα. Όταν πάλι έγραφε τους αριθμούς, πληγωνόταν πολύ και έκλαιγε, γιατί ήταν σαν να έχανε εκείνο το μεγάλο το ζωγραφισμένο στον τοίχο, που το έκρυβαν οι αριθμοί με την κιμωλία. Και πάλι το ίδιο βιολί, που κατέληγε στην ίδια απελπισία. Μια μέρα λοιπόν φώναξε έξαλλος , ή θα τα μετρήσω ή θα πεθάνω!

Απελπισμένος και εκνευρισμένος όρμησε σαν αετός, σκέφτηκε, να τα  κυνηγά, να ψάχνει τα σημάδια, να σημειώνει με  κόκκινο ένα ένα, να σκουπίζει στο παντελόνι τα ιδρωμένα του χέρια, του ήρθε να καπνίσει, ευτυχώς το πρόλαβε, θα έπαιρναν όλα φωτιά, δεν ήθελε να πάει για κατούρημα, πρώτα να τα μετρήσει και μετά, έγραφε πάλι και έσβηνε αριθμούς, τα λεφτά όλο και πληθαίνανε, έμπαιναν ξεδιάντροπα στα μούτρα του, μέσα του, κάποια στιγμή δεν μπορούσε ν’ ανασάνει και η μανία ολοένα μεγάλωνε σαν φωτιά και η χαρά του μαζί, σαν πυρκαγιά στο δάσος, το σώμα του πυρώθηκε και τότε είπε μέσα του, αν γίνω κι εγώ ένα χαρτονόμισμα σαν και τ’ άλλα, τότε θα μπορέσω να τα μετρήσω με την ησυχία μου. Και τότε έγινε σαν θαύμα, άρχισε να υψώνεται από το πάτωμα και να πετά κι αυτός στον αέρα ανάμεσά τους. Είδε τότε το σώμα του να λεπταίνει και να γίνεται σαν χαρτί τρόμαξε είμαι εγώ, είπε, εγώ είμαι, αφού μπορώ και το σκέφτομαι και τι μου χρειάζεται το σώμα, είπε ξανά, τώρα θα τα μετρήσω επί τέλους. Θα πετώ ανάμεσά τους, θα τα πιάνω, θα τους μιλώ θα τα γνωρίζω απ’ τη φωνή τους και θα τα  σημαδεύω. ω, επί τέλους θα τα μετρήσω!

Έπεσε τότε να κοιμηθεί ευχαριστημένος Ήταν ενθουσιασμένος και με τους αριθμούς και με τον εαυτό του, γελούσε πολύ. Τη νύχτα ξύπνησε με μια παράξενη αίσθηση. Λίγο λίγο την αναγνώρισε Ήταν κάτι σαν σεξουαλικό αυτό και μετά το αναγνώρισε αμέσως, αφού έχω τόσο καιρό να το νοιώσω αυτό, είπε, από τότε που μπήκα εδώ μέσα, αυτό όμως προχωρούσε και φούντωνε, άλλο κι αυτό φώναξε, μα τι έχω πάθει, είπε, κι αυτό όσο μεγάλωνε και τον άρπαζε άρχισε να ξεχνά τους αριθμούς. Μόλις το κατάλαβε τρόμαξε, τους αριθμούς μου, φώναξε, σκάσε, φώναξε πάλι, αλλά αυτό ολοένα και φούντωνε και μεγάλωνε και κάποια στιγμή  ξέφυγε και… εκσπερμάτισε… Τρόμαξε πάρα πολύ αλλά δεν είχε το κουράγιο να διαμαρτυρηθεί και ντράπηκε, το ομολόγησε κι αυτό… πέταξε προσεκτικά και πήγε σε μια γωνιά, άρπαξε ένα φτηνό χαρτονόμισμα και σκουπίστηκε και μετά προσπάθησε να ηρεμήσει. Τότε σκέφτηκε, πώς είναι δυνατόν, που τα βρήκα τα υγρά, αφού είμαι ένα στεγνό χαρτονόμισμα… ϊσως οι υδρατμοί από τις αναπνοές είπε, μάλλον αυτό… Μετά αποκοιμήθηκε χαλαρωμένος. Όταν ξύπνησε το πρωί, κανένας δεν του μίλησε γι’ αυτό. Μπορεί και να μην το είδαν, μπορεί και από σεβασμό ίσως. Τότε συνειδητοποίησε ότι τόσο καιρό εκεί μέσα όλα τον είχαν αναγνωρίσει σαν αρχηγό, ακριβώς γιατί είδαν τη μανία του να θέλει να τα μετρά και αυτό του έδωσε μια αυτοπεποίηθηση. Έχουμε μια αξία είπαν τότε όλα τα χαρτονομίσματα σιωπηλά.  Αυτό το φοβερό συμβάν δεν ξανάγινε ποτέ.

Πέρασαν χρόνια από τότε. Ο άνθρωπός μας πετούσε κάθε μέρα ανάμεσά τους και τα βράδια κοιμόταν. Γνωρίστηκε με όλα, τα γνώριζε ένα ένα, όπως ο βοσκός τα πρόβατά του. Τους έδωσε και ονόματα και παρατσούκλια, τους έδινε συμβουλές να μην πετάνε γρήγορα γιατί χτυπούσε καμιά φορά το ένα το άλλο και τραυματιζόταν και τα πιο γερασμένα πέθαιναν, ίσως και από την πολλή κούραση Αυτά τα μάζευε με προσοχή και τα έβαζε στην άκρη για να τα θάψει κάποια στιγμή. Καλωσόριζε τα καινούργια και έκανε τις δέουσες συστάσεις. Θεώρησε σωστό να βάλει μια κάποια ιεραρχία, τα πιο ακριβά ήταν η ανώτερη τάξη και μετά ερχόταν τα παρακατιανά. Και όλο μετρούσε με την ησυχία του και έγραφε τους αριθμούς με κιμωλία στους τοίχους και μετά τα έσβηνε για να μη σκεπάζουν τα μεγάλα τα ζωγραφισμένα. Μέχρι που γέμισαν όλοι οι τοίχοι με αριθμούς και το πιο σπουδαίο τους θυμόταν όλους απ’ έξω.

Ώσπου μια μέρα, ήταν χειμώνας και έκανε κρύο, τα είδε να ορμάνε όλα μαζί εναντίον του και άρχισαν να τον χτυπάνε από παντού. χτυπούσαν πιο πολύ, τον τραυμάτισαν άσχημα, ένοιωθε αδύνατος, μα αυτό είναι συνομωσία είπε, μα που βρήκαν το μυαλό για να οργανώσουν μια συνομωσία σκέφτηκε, κόντευε να χάσει τις αισθήσεις του, έκλεψαν από εμένα το μυαλό είπε, κοίταξε για τελευταία φορά τον τελικό αριθμό και  έπεσε αναίσθητος στο πάτωμα. Ξύπνησε πιστεύοντας  ότι ήταν νεκρός.

–Αυτό είναι ψέμα. Είναι κατασκευασμένο. Ένα τέτοιο όνειρο δεν μπορεί να το είδε ένας τραπεζίτης. Ένας τραπεζίτης είναι πολύ σίγουρος και δεν μπορεί να βλέπει τέτοια όνειρα. Είπε ένας της παρέας, που μέχρι τότε δεν είχε πει κουβέντα. Έπεσε πάλι σιωπή και τότε ακούστηκε ένα στριφογυριστό γέλιο από ένα παιδάκι, που καθόταν μόνο του σε μια γωνιά.

–Μα, με συγχωρείτε, εγώ δεν είπα ότι το όνειρο το είδε ένας τραπεζίτης. Απάντησε ξαφνιασμένος ο αφηγητής.

–Τότε;…

–Τότε;… Ε, λοιπόν εγώ το έγραψα, έτσι μου ήρθε και το έγραψα… άλλωστε αυτό το όνειρο θα μπορούσε να το δει οποισδήποτε και όχι μόνο ένας τραπεζίτης, φυσικά…, είπε πάλι ο αφηγητής.

Αμέσως τότε σαν να ήρθε μια κρυφή αναταραχή. Κάποιοι άναψαν τσιγάρο, άλλοι έπεσαν σε βαθιά συλλογή, κάποιοι ξέσπασαν σε γέλια, δύο έβαλαν αμέσως κρασί στα ποτήρια τις και βγήκαν στο μπαλκόνι. Και κάποιος πήγε βιαστικός στην τουαλέτα. Και το παιδί άρχισε πάλι να γελά και  έκανε μια δυο κωλοτούμπες.

Αυτά ειπώθηκαν εκείνο το βράδυ μετά από μία πολιτική συζήτηση εν όψει των εκλογών. Έ, και μετά άδειασαν όλοι τα ποτήρια τις και έφυγαν.

Λίγο αργότερα φτάνοντας στο σπίτι μου, ο αφηγητής μου τηλεφώνησε να μου  πει το υστερόγραφο

Υ.Γ. Οι εραστές των νεκρών αριθμών σύμφωνα με το πρωτόκολλο είναι υποχρεωμένοι να φορούν πάντα μία μάσκα. Τη δική τις μάσκα. Η μάσκα είναι προσωπικό  είδος και μάλιστα προσωπική δημιουργία. Είναι μία σύνθεση τις ευφυϊας του κατόχου και τις ικανότητας διαχείρισης του ψεύδους του εαυτού του, δηλαδή του ψευδούς εαυτού του. Είναι καλή εκείνη η μάσκα που ο φέρων φαντάζεται ότι οι οπαδοί του θέλουν διαρκώς να βλέπουν. Η καλύτερη τις είναι εκείνη που καλύπτει τις νεκρούς αριθμούς και οι εξαιρετικής ποιότητα είναι εκείνες που δείχνουν τις αριθμούς, όχι νεκρούς αλλά σαν να είναι ζωντανοί.

Τα πράγματα τις δυσκολεύουν γιατί οι άνθρωποι είναι από τη φύση τις τιςεπίπεδα όντα, τις τις έφτιαξε ο δημιουργός, ίσως για να παίξει με τη μονοχνωτιά τις. Κάπου κάπου τις γίνονται αυτές οι διαβολεμένες ανατροπές. Τότε οι μάσκες δε φτουράνε, μένουν μετέωρες, σαν να ξεκολλάνε από το πρόσωπο, χάνουν και το λίγο αίμα που τις τροφοδοτούσε και πεθαίνουν κι αυτές, ενώ εξακολουθούν να κινούνται νεκρές  στον αέρα. Τότε αποκαλύπτεται το γυμνό πρόσωπο του εραστή των νεκρών αριθμών.

Την άλλη μέρα μου έστειλε αυτή τη φωτογραφία.

 

 

Και από κάτω αυτή μακρόσυρτη λεζάντα.

«Ο κ. τέως πρόεδρος έκανε λάθος κλικ με το ποντίκι του και πάτησε το προγραμματάκι που καθορίζει το πώς υποδέχεται ένας μεγάλος ένα παιδάκι που πήρε με δέκα το ενδεικτικό του. Ενώ σκόπευε να κάνει κλικ στο προγραμματάκι που χρειαζόταν για να δώσει συγχαρητήρια στον κ. Βενιζέλο όταν εκλέχτηκε πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ. Και ο νέος πρόεδρος, βλέποντας τον ενθουσιασμό του προέδρου, έκανε κλικ σε ένα προγραμματάκι για το πώς βγάζει κανείς σεμνότητα και ταπεινότητα μπροστά στον ενθουσιασμένο μπαμπά του.»

Επειδή κινδυνεύουμε να κατηγορηθούμε για μεροληψία και να παρεξηγηθούμε οφείλουμε να σημειώσουμε ότι υπάρχουν και εκείνοι με ακριβώς την αντίθετη συμπεριφορά. Είναι εκείνοι οι οποίοι δεν ενδιαφέρονται για τι θα πουν οι άλλοι και επομένως η μάσκα τους είναι αδιάφορη. Σ’ αυτούς υπάρχουν δύο κατηγορίες απολύτως αντίθετες. Στους πρώτους ανήκουν εκείνοι οι πολύ λίγοι, οι οποίοι θέλουν να ζουν και να εκφράζουν αυτό που υπάρχει μέσα τους και όπως κάθε στιγμή το βιώνουν, αδιαφορώντας για το τι θα πει η κοινωνία. Στην παγκόσμια λογοτεχνία εκπρόσωπος αυτής της κατηγορίας είναι ο πρίγκιπας Μίσκιν στο μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι, «Ο Ηλίθιος». Στον αντίποδα είναι εκείνοι—είναι λίγοι κι αυτοί αλλά περισσότεροι από εκείνους σαν τον πρίγκιπα Μίσκιν—οι οποίοι δεν χολοσκάνε και πολύ για την αποκάλυψη των κρυφών τους πράξεων. Στη σύγχρονη γλώσσα ονομάζονται killers. Killer είναι αυτός στον οποίο κάποιος απευθύνεται και του λέει «θέλουμε να τελειώνουμε μ’ αυτόν». Αυτός λέει «εν τάξει, πόσα;». «Τόσα, τα μισά τώρα και τα άλλα μετά» λέει ο πρώτος. Παίρνει τα μισά και φεύγει. Όταν τελειώσει, λέει στον πρώτο «όλα εν τάξει». Παίρνει και τα υπόλοιπα και το βράδυ τρώει με τη φιλενάδα του σε ένα ακριβό εστιατόριο. Οι εν λόγω, υνεργάζονται κυρίως με τη Μαφία και γενικότερα με τον υπόκοσμο. Όταν όμως έχουν και άλλα προσόντα, πχ. σπουδές ή εμπειρία περί τα οικονομικά τότε μπορούν να βρουν μια καλή θέση στην πολιτική σκηνή ή και σε άλλους σύγχρονους πολιτικοοικονομικούς φορείς εξουσίας.  Χαρακτηριστικά τους είναι η ψυχρότητα με την οποία φέρουν εις πέρας το έργο που τους έχει ανατεθεί ή λένε τα αναγκαία λόγια που πρέπει να πουν, συχνά σαν να βαριούνται. Κάνουν τους άμεσους ή έμμεσους φόνους τους οποίους έχουν αναλάβει με την ίδια ψυχρότητα, χωρίς αναστολή και χωρίς ενοχή. Το κυριότερο όμως χαρακτηριστικό τους, από το οποίο μπορεί κανείς και να τους αναγνωρίσει, είναι ότι δεν φοβούνται και δεν παίρνουν τα αναγκαία μέτρα προφύλαξης, όταν οι πράξεις τους ξεπερνούν κάποια όρια, όπως κάνουν οι περισσότεροι. Αυτοί δεν χρειάζονται καμία μάσκα. Ο λόγος είναι ότι έχουν προαποφασίσει την ποινή τους και τον δικό τους θάνατο. Η ψυχολογική δομή ενός καθαρόαιμου Ναζί είναι ακριβώς η ίδια.

 

Γιώργος Μποτονάκης

Μάιος 2012

Email: gio.boton@gmail.com

Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΗΣ ΘΕΛΗΣΗΣ

Μαΐου 9, 2012

Η εισήγηση αυτή ανακοινώθηκε από τον γράφοντα στην τελευταία προβολή του ‘Μήνα Κινηματογράφου’ του Κύκλου ‘Τέχνη και Ψυχιατρική της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας. Η ταινία που προβλήθηκε τότε ήταν Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΗΣ ΘΕΛΗΣΗΣ της Leni Riefenstahl, ένα ντοκιμαντέρ από τη στρατιωτική παρέλαση πλήθους στρατιωτικών μονάδων στη Νυρεμβέργη μπροστά από τον Χίτλερ και τους άλλους αξιωματούχους του 3ου Ράιχ. Η παρέλαση αυτή έγινε με την ευκαιρία του 6ου συνεδρίου του εθνοσοσιαλιστικού κόμματος τον Ιούλιο του1934 και ενώ το κόμμα είχε ήδη ανέβει στην εξουσία. Η Leni Riefenstahl εθεωρείτο σπουδαία σκηνοθέτις εκείνη την εποχή στη Γερμανία, αλλά και εκτός Γερμανίας. Θαύμαζε τον Χίτλερ και λένε ότι η μεγαλόπρεπη αυτή παρέλαση οργανώθηκε σε συνάρτηση με το φίλμ, ώστε να καταγραφεί η μεγαλοπρέπεια και το μέγεθος της στρατιωτικής δύναμης αλλά και της συμμετοχής του λαού. Σκοπός της δημιουργίας αυτού του φιλμ ήταν να ενισχυθεί το φρόνημα του γερμανικού λαού και η απόλυτη πειθαρχία  στον Fuhrer. H εισήγηση, που ακολουθεί επεξεργάζεται τα στοιχεία που δίνει η ταινία, λαμβάνει υπ’ όψη της τις ναζιστικές πράξεις στη συνέχεια και τα δεδομένα του σήμερα και προσπαθεί να ρίξει λίγο φως στα σκοτεινά και ακατανόητα σημεία της ναζιστικής συμπεριφοράς.

Το αεροπλάνο στην αρχή πετά πάνω από τα σύννεφα, μετά περνά ανάμεσά τους και σιγά σιγά κατεβαίνει και πετά πάνω από την πόλη. Τονίζονται κάποια πλάνα της πόλης από την αρχή και στη συνέχεια όλη η πόλη είναι παρούσα. Τα σπίτια, τα μνημεία και οι εκκλησίες, οι δρόμοι  και οι αψίδες όλα μετέχουν στην
υποδοχή του Fuhrer. Η φύση τον υποδέχεται σε όλες τις ώρες της, και την ημέρα με ήλιο, με σύννεφα, και στο ημίφως αλλά και τη νύχτα με πυρσούς. Τα μνημεία της πόλης, οι εκκλησίες και τα καμπαναριά συμπλέκονται με τη σβάστικα. Τα πρόσωπα προβάλλονται στον ουρανό ανάμεσα σε φως και σκοτάδι, μεταξύ ουρανού και γης. Η γενική ατμόσφαιρα κινείται στα όρια του φυσικού και του μεταφυσικού.

Μετά βλέπουμε εικόνες μιας χαρούμενης και ιδανικής συναδελφικότητας και αγάπης από την καθημερινή ζωή των στρατιωτών. Όλα είναι χαρούμενα όλα κεφάτα και η σβάστικα διαρκώς παρούσα μέσα σ’ αυτό το πανηγύρι. Το πνεύμα του σύμπαντος στην υποδοχή και την αποδοχή του F. συμπληρώνεται με την εικονογράφηση της παράδοσης, του παρελθόντος με εικόνες του χωριού, με τις παραδοσιακές στολές και νεόνυμφα ζευγάρια. Τα πάντα λοιπόν, ο ουρανός, η γη, η μέρα, η νύχτα, τα κτίρια, οι άνθρωποι όλοι, οι νέοι, οι γέροι, τα παιδιά, το παρελθόν και το παρόν υποδέχονται τον F.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η εικονογράφηση των προσώπων. Σημειώνουμε ότι κυρίως μέσα από τον φωτισμό και την ακινησία, συχνά φαίνονται σαν λευκά αγάλματα, έχοντας τη ψυχρότητα της πέτρας, ίσως όμως και την ιδέα του θανάτου. Αναρωτιόμαστε αν αυτό σημαίνει προέκταση της δόξας μέσα στο χρόνο, αφού τα αγάλματα υπάρχουν στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον ή αν συγχρόνως η σκηνοθέτις μάλλον ασυνείδητα υποσημαίνει ένα είδος σύνθεσης των προσώπων με την ιδέα του θανάτου, αφού τα αγάλματα δεν ζουν αλλά είναι μνήμη κάποιας ζωής, που υπήρξε πριν. Και δεν γνωρίζουμε βέβαια πόσο η ιδέα αυτή ήταν μια πρόβλεψη ή ίσως και την γοήτευε. Αν η ιδέα του θανάτου υπήρξε στην εικονική καταγραφή των προσώπων, τότε αυτό κάπως απαντά στο ερώτημα αν οι άνθρωποι τότε, δηλαδή πριν από τον πόλεμο, βίωναν τη σχέση του Ναζισμού με τον θάνατο και την παρουσία  του θανάτου στη θεωρία και στην πρακτική του. Εδώ θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι οι θηριωδίες του ναζιστικού καθεστώτος είχαν αρχίσει αρκετά πριν με τις δολοφονίες των κομμουνιστών και μετά με τη ’Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών’, όπως είχε  ονομασθεί το τριήμερο της εκκαθάρισης των αρχηγών  των SA.

Αρχίζοντας, θέλουμε να σχολιάσουμε το ‘βήμα της Χήνας’, το οποίο θαυμάσαμε από την αρχή σε  όλο του το μεγαλείο. Το βήμα αυτό είναι η πρώτη εικόνα μιας ναζιστικής μονάδας στο νου μας και όλοι το έχουμε δει και το εκλαμβάνουμε, έστω και ασυνείδητα, σαν κάτι ιδιαίτερο, σαν ένα λόγο που κάτι θέλει να πει. Κατ’ αρχήν φαίνεται σαφώς ότι δεν είναι ένα φυσιολογικό βήμα αλλά τεχνητό. Δεν εκφράζει καν κάποια αληθινή ανδρικότητα, στρατιωτική η μη, αλλά μια τεχνητή ανδρικότητα. Κατά τη γνώμη μας εκφράζει ακριβώς αυτό που ο τίτλος του φιλμ λέει. Τον θρίαμβο και τη δύναμη της θέλησης. Είναι μια  κατασκευασμένη σωματική συμπεριφορά, η οποία ακυρώνει τη φυσιολογική συμπεριφορά του σώματος και επιβάλλεται σ’ αυτό με την δύναμη της θέλησης ως ένδειξη απόλυτης πειθαρχίας και υποταγής στην εντολή ενώ συγχρόνως επιδεικνύεται μια αίσθηση δύναμης διαφορετικής  από τη φυσική. Είναι ένα συμβολικό δείγμα, ότι όχι μόνο η ψυχή αλλά και το σώμα  έχει ενσωματώσει τη θέληση να αντικαταστήσει τη φυσιολογική του ποιότητα με μια  άλλη δοσμένη και υποταγμένη πλήρως στην εντολή. Η ποιότητα αυτή όμως δεν περιέχει τη φυσική δύναμη ενός ανδρικού σώματος. Αυτή η τελευταία έχει όρια, τα φυσικά όρια. Ενώ η ‘άλλη, η τεχνητή χάνει τα  φυσικά της όρια, γιατί η δοσμένη από τον αρχηγό εντολή προϋποθέτει μια θέληση που πρέπει να κινείται μέσα στη φαντασίωση του απόλυτου, όπως και η δύναμη του αρχηγού είναι απόλυτη.

Αυτή η αντικατάσταση αφορά κατ’ αρχήν το σώμα, συμβολικά όμως επεκτείνεται και στη ψυχή, η οποία καλείται να αντικαταστήσει τη φυσική της ποιότητα με μιαν άλλη. Εκείνη που έχει ορισθεί από τον αρχηγό και το κόμμα. Έτσι λοιπόν αυτή η μορφή του βήματος αποκτά πολύ μεγάλη αξία για τους ίδιους, οι οποίοι βέβαια δεν καταλαβαίνουν, ότι από μια άλλη οπτική ματιά, αυτή η κίνηση μοιάζει με κίνηση κουκλοθέατρου. Η γελοιότητα παύει να υπάρχει αφού έτσι επιτάσσει ο αρχηγός. Το νόημα το οποίο εισπράττεται από  τους οπαδούς είναι μόνο εκείνο, το οποίο θέλει να επιβάλει ο αρχηγός.1

Την ίδια μορφή κίνησης και με το ίδιο πνεύμα έχει υιοθετήσει και ο ίδιος o F. για τον εαυτό του. Αυτό είναι επιλογή του και μάλιστα μελετημένη σε προηγούμενα χρόνια, όταν είχε φοιτήσει για έξι μήνες ηθοποιία σε θεατρική σχολή. Οι κινήσεις του γενικά μοιάζουν με κινήσεις κουκλοθέατρου, πράγμα βέβαια που δεν ενοχλεί κανέναν. Συγχρόνως όμως είναι κινήσεις επιβαλλόμενες από μία θέληση η οποία ‘θέλει να είναι δυνατή’.

Αυτή η ‘θέληση’ προσδιορίζει μια ιδιαίτερη ποιότητα ανθρώπου. Ενός ανθρώπου κατασκευασμένου σύμφωνα με κάποιες έξωθεν προδιαγραφές. Ο άνθρωπος δεν είναι πια το αυτονόητο αποτέλεσμα των εσωτερικών ψυχολογικών του οργανώσεων και δομών, αλλά το αποτέλεσμα μιας επιβαλλόμενης δομής, την οποία έχει συλλάβει κάποιος άλλος νους. Αυτή η δομή ζητά ν’ αντικαταστήσει πλήρως οτιδήποτε είναι ‘αυθεντικό’ στη ψυχή κάθε μέλους αυτής της ομάδας των οπαδών. Είναι η ίδια ‘θέληση’, την οποία οραματίζεται ο Νίτσε για να υπερνικήσει τα τραύματα και τις αδυναμίες ενός φορτωμένου ασυνειδήτου, λέγοντας: «Τι είναι καλό; Όλα όσα εξυψώνουν το αίσθημα της δύναμης, τη θέληση για δύναμη, την ίδια τη δύναμη στον άνθρωπο.»2. Είναι η ίδια η ‘θέληση’, που έχει σαν κοσμοθεωριακό μοντέλο και η Ρίφενσταλ, γι’ αυτό λάτρευε τον Χίτλερ και  κατάφερε τόσο καλά να την απεικονίσει στο έργο.

Αυτός ο τύπος του ανθρώπου μοιάζει από μια άποψη με τον ‘ψευδή εαυτό’ του Winnikott. Δηλαδή ενός εαυτού άλλου από αυτόν που θα έπρεπε να είναι αν η προσωπικότητα αναπτυσσόταν με αληθείς (συμβατική διατύπωση) ή με αυθεντικούς όρους, ως προς το ίδιο το πρόσωπο. Ο ψευδής εαυτός, του Winnikott, είναι το αποτέλεσμα αμυντικής διαδικασίας, η οποία τείνει να εξισορροπήσει την υποκείμενη απειλή αποδιοργάνωσης του Εγώ. Έτσι δημιουργείται μια ψευδής κατασκευή, ο ‘ψευδής εαυτός, όπως τον ονομάζει.  Ενώ εδώ ο ψευδής εαυτός είναι αποτέλεσμα μιας εκούσιας επιβολής, μιας ξένης ‘θέλησης’.

Ο Karl Jaspers λέει ότι το ίδιο το ολοκληρωτικό καθεστώς προάγει την αποδιοργάνωση: «Ο ολοκληρωτισμός στηρίζεται  στη διάλυση των δεσμών, που συνδέουν τον άνθρωπο με τα σταθερά του ορόσημα∙ έτσι στερημένος από κάθε αναφορά επιθυμεί οτιδήποτε σταθερό για να βγει από το χάος, οποιαδήποτε διαταγή για να βγει από την αναρχία του.»3 Βέβαια αυτή η πολύ ενδιαφέρουσα θέση του Karl Jaspers φωτίζει σημαντικά το θέμα, ωστόσο θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε εάν παρακάμπτει το ερώτημα, κατά πόσον δηλαδή μπορούμε να αγνοήσουμε τη προϋπάρχουσα ψυχολογική (συνειδητή ή ασυνείδητη) δομή των πιστών οπαδών∙ και κυρίως όμως το αξιακό και ηθικό υπόστρωμά τους δηλαδή το πόσο εύκολα μπορούσαν να συμφιλιωθούν με το έγκλημα. Με μια φράση θα συμπληρώσουμε εδώ, αν ένας προϋπάρχων ανεξέλεγκτος ναρκισσισμός και έπαρση, αποτέλεσμα μερικώς μιας βαθύτατης αδυναμίας αλλά και μιας ευκολίας στην αποδοχή του εγκλήματος, τροφοδοτήθηκε από το σύστημα, με αποτέλεσμα, όπως λέει ο Jaspers, την αποδιοργάνωση και στη συνέχεια το άρπαγμα από την παντοδυναμία του Αρχηγού.

Η θέληση αυτή είναι η ενσωμάτωση της θέλησης του αρχηγού. Είναι αυτό που λέει ο υπασπιστής του Χίτλερ: «Ο Fuhrer είναι η Γερμανία και η Γερμανία είναι ο Fuhrer» Και παρακάτω: «Ένας λαός, ένας Fuhrer ένα Έθνος, η Γερμανία.» Για όλη τη Γερμανία δεν υπάρχει άλλη βούληση και άλλη θέληση, παρά μόνο μία. Αυτή που προδιαγράφει ο Fuhrer, στου οποίου τις διαταγές όλοι υπακούουν. Αυτού του είδους η ενότητα υποστηρίζεται θεωρητικά από τον ίδιον με υποκριτικές αλλά σημαντικές αρετές αλλά και με γνώση της ψυχολογίας. Λέει ο Χίτλερ στους νέους «Ζητούμε την υψίστη έλλειψη του εγωισμού… Δεν θέλουμε τάξεις και κάστες…να είμαστε όλοι ίσοι… να γίνουμε ένας λαός…». Γνωρίζει την επαναστατική προδιάθεση των νέων, την ονομάζει εγωισμό και ζητά την ‘υψίστη έλλειψή του’, δηλαδή την απόλυτη υποταγή τους και συγχρόνως την αποδοχή από τους ίδιους του έσχατου ναρκισσισμού, δηλαδή της δημιουργίας εκείνης της Γερμανίας, που θα κυριαρχήσει σε όλο τον κόσμο..  Συνεχίζει λέγοντάς τους: «Να είστε ειρηνόφιλοι και γενναίοι μαζί…». γνωρίζοντας ότι οι νέοι έχουν ανάγκη από ιδανικά Και συμπληρώνει: «Ο λαός αυτός πρέπει όχι μόνο να συγχωρεί αλλά να είναι και σκληρός…». Η  τελευταία αυτή φράση, όχι μόνο δίνει την άδεια για τη σκληρότητα και στη συνέχεια τη βαρβαρότητα προς τους άλλους αλλά και προς τον εαυτό, όταν αυτός δυσκολεύεται να υπακούσει στην εντολή.

Η ενσωμάτωση αυτής της ιδέας, δηλαδή η αντικατάσταση του περισσότερο γνήσιου εαυτού με τον δοσμένο δεν είναι εύκολη. Προϋποθέτει την καταπίεση και άρνηση όλου του ενορμητικού  μέρους του ανθρώπου, αλλά και εκείνου του μέρους, που αναζητά την ελευθερία, την ανεξαρτησία, την ετερότητα, τη συναισθηματική και αξιακή οργάνωση και τελικά τη διάσταση του υποκειμένου και του προσωπικού λόγου και τη χαρά της ζωής. Το μοντέλο αυτό είναι διαμετρικά αντίθετο από το μοντέλο-υποθήκη που άφησε ο Αθανάσιος Διάκος λίγες στιγμές πριν τον θάνατό του. Έχει ζωντανή μέχρι τη τελευταία στιγμή το όραμα και την αγάπη για τη ζωή που χάνει. Τη βλέπει  μέσα στην ανοιξιάτικη αναγεννώμενη φύση, την αποδέχεται και τη ζει  ολοκληρωτικά. Με ολόκληρο τον εαυτό του, αυτόν που του δόθηκε και αυτός που ήταν πάντα χωρίς να υποτάσσεται σε κανέναν και ζώντας μέχρι την τελευταία στιγμή τη ζωή του τον θάνατό του με την ίδια ελευθερία για την οποία τώρα πεθαίνει4. Μιλάμε λοιπόν για την αντίθετη ακριβώς ψυχική οργάνωση, στηριγμένη στην πλήρη υποταγή και κατασκευασμένη από τη δύναμη της θέλησης, ώστε να δημιουργηθεί και να βιωθεί το δοσμένο μοντέλο ανθρώπου.

Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι η ελκτική αξία αυτού του μοντέλου μοιάζει με εκείνη μιας κατηγορίας μοναχών, των οποίων η ασκητική ζωή δεν είναι η συνέπεια μιας ελεύθερης δημιουργίας ενός εαυτού σύμφωνα με το όραμά τους. Αντίθετα είναι το αποτέλεσμα μιας βαθιάς εκούσιας καταπίεσης του εαυτού και κατασκευής ενός άλλου εαυτού από δοσμένα σημαίνοντα. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι ο Χίτλερ χρησιμοποίησε τη λέξη ‘μοναστηριακή’ αντίληψη της ζωής του Ναζί. Τελικά είναι προφανές, το λέμε από τώρα, ότι ο F. ενέχει θέση ενός σκληρού και απολυταρχικού θεού για τους οπαδούς του.

Θα μας επιτρέψετε εδώ να κάνουμε μια υπόθεση. Η εφαρμογή του κανόνα της θέλησης του άλλου, δηλαδή του ‘Οδηγού’, με την πλήρη αποδοχή και τη συνεργασία της θέλησής του ατόμου, ισοδυναμεί με θάνατο του αληθινού εαυτού. Η υπόθεση λοιπόν και συγχρόνως το ερώτημα είναι αν αυτή η μορφή και η πιθανή βαθύτερη αίσθηση του προσωπικού θανάτου, πιο πολύ ασυνείδητη, μπορεί να σχετίζεται με την ευκολία με την οποία οι Ναζί είχαν αποδεχθεί τον θάνατο, τον δικό τους και των άλλων.  Οφείλουμε να μη ξεχνάμε ότι κάθε υποταγή και μάλιστα καθολική φέρει μαζί της και μια βαθιά πληγή της αυτοεκτίμησης και καταρράκωση της αξιοπρέπειας. Σε επίπεδο εθνικό τονίζεται πολύ συχνά από τους ιστορικούς, ότι η υποταγή στους όρους των συμμάχων στους Γερμανούς, μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, βιώθηκε σαν μια έσχατη και αθεράπευτη ταπείνωση. H ταπείνωση εκείνη ήταν υποχρεωτική όχι μόνο γιατί οι σύμμαχοι επέβαλλαν αυτούς τους ταπεινωτικούς όρους, ούτε μόνο για την οικονομική δυσπραγία τους. Η ταπείνωση και η υποταγή ήταν επίσης υποχρεωτική γιατί εισπράχτηκε ως ποινή για την ανεξέλεγκτη ενοχή τους γιατί αυτοί ήταν υπεύθυνοι για τον πόλεμο. Ήταν ακόμα ‘τεράστια’ για έναν ακόμα λόγο. Γιατί άνθρωποι πρωτόγονοι και με θυσιασμένο το έλλογο μέρος του εαυτού τους και την υποκειμενικότητά τους στο βωμό της τους στον F. δεν θα μπορούσαν να επεξεργασθούν αυτό τραύμα. Έτσι το τραύμα της υποταγής τους στους ξένους πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Μέσα λοιπόν σ’ αυτήν τη διαλεκτική της υποταγής και της ενοχής (η βαθύτερη ανάλυση της οποίας δεν μπορεί να γίνει σ’  αυτό το κείμενο) έφτασε ο Χίτλερ για να τους προτείνει την αντικατάσταση του αντικειμένου της υποταγής. Αντί να υποτάσσονται στους ξένους να υποταχτούν στον Φύρερ, δηλαδή στον ίδιον. Η επόμενη φάση υποταγής στον Φύρερ δεν ήταν πια αναγκαστική υποταγή αλλά επιλογή ανθρώπων μιας πρωτόγονης και βαρβαρικής έπαρσης, οι οποίοι στον εικοστό αιώνα λάτρευαν τους θεούς του πολέμου Βόταν και το θεό των κεραυνών Θώρ5. Αφού λοιπόν δεν ήταν υποχρεωτική έπρεπε να πληρώσουν οι ίδιοι τα ‘λύτρα’ για τα οφέλη που θα προσκόμιζαν από την πλήρη και εκούσια υποταγή στον νέο αρχηγό. Το κύριο όφελος, εκτός από την κάποια δουλειά και το φαγητό που τους δόθηκε, αυτό που ανέβασε στα ύψη του παραλογισμού τον ενθουσιασμό και την απόλυτη διαθεσιμότητα της ζωής τους και την παράδοσή τους στο έγκλημα ήταν η μεγαλομανιακή φαντασίωση που τους προσφέρθηκε. Ο κάθε ένας, το κάθε ασήμαντο ‘Εγώ’,  από την θλιβερή κατάσταση να κινδυνεύει να πεθάνει στο δρόμο από την πείνα, έγινε ξαφνικά ο γόνος μιας εκλεκτής και μοναδικής θεϊκής δημιουργίας, της Αρίας Φυλής, που σήμερα κατοικούσε στη Γερμανία. Η Γερμανία σαν χώρος δεν είχε άλλη αξία παρά μόνο ως τόπος κατοικίας αυτής της φυλής, της οποίας το πεπρωμένο ήταν να γίνει κυρίαρχη της γης, να εξαφανίσει τους μισούς κατοίκους της σαν άχρηστα σκουπίδια και να υποτάξει και να χρησιμοποιεί τους άλλους ως δούλους. Για να  γίνει όμως αυτό θα έπρεπε το κάθε ασήμαντο ‘Εγώ’ να υποταχθεί πλήρως στον Fuhrer. Η απόλυτη υποταγή σημαίνει ότι θα έπρεπε, όπως είπαμε, να πάψει να είναι έστω και ένα αδύνατο ‘Εγώ’ και να δημιουργήσει μια άλλη ‘ψυχή’ δοσμένης ποιότητας και είδους και επιβεβλημένης με τη δύναμη της θέλησης.

Επειδή όμως κάθε υποταγή, και πολύ περισσότερο η απολύτων προδιαγραφών, όπως αυτή που περιγράψαμε, εκλύει τεράστιες ποσότητες οργής και εκδίκησης, οι άνθρωποι εκείνοι βρέθηκαν μπροστά σε ένα τρομαχτικό αδιέξοδο. Δεν είχαν κανέναν αντίπαλο για να του επιτεθούν παρά μόνο τον εαυτό τους ως αίτιο της υποταγής.

Έτσι εγκαθίσταται ένας διχασμός, το ένα μέρος του εαυτού περιφρονεί και καταδικάζει το μέρος εκείνο του εαυτού που έχει υποταγεί. Μια τέτοια σύγκρουση είναι ικανή να δημιουργήσει τεράστιο άγχος και αποδιοργάνωση. Ο μόνος εύκολα βατός και συνήθης τρόπος για να αντιμετωπισθεί η σύγκρουση και το άγχος είναι η μετάθεση της πληγής σε κάποιον άλλον. Και αυτό μπορεί εύκολα να γίνει σε όλες τις συνήθεις περιπτώσεις σχέσεων εξουσίας και υποταγής, όπου αυτός που έχει ήδη υποταχθεί στον ανώτερό του υποτάσσει με τον ίδιο τρόπο τον κατώτερό του. Αυτό είναι μια μορφή εκδίκησης, διοχέτευσης τους άγχους και λύσης της σύγκρουσης. Εδώ όμως, όταν ο Fuhrer προσφέρει αυτό το μοντέλο σε όλους, για να έχει την υποταγή όλων στο πρόσωπό του, η σύγκρουση φτάνει υποχρεωτικά στη βάση, εκείνη των ασθενικών ‘Εγώ’. Η βάση  βέβαια είναι τεράστια, είναι όλος ο πληθυσμός. Η ‘ψυχική της οργάνωση’ είναι αναγκαία, αφ’ ενός  για να υπάρχει ο ίδιος και αφ’ ετέρου για να την στείλει στον πόλεμο.

Η βάση όμως είναι το τελευταίο σκαλοπάτι και δεν υπάρχουν άλλοι κατώτεροι για να μετατεθεί η κυριαρχία και η υποταγή και επομένως η εκδίκηση. Έτσι δεν λύνεται η σύγκρουση, δεν αίρεται το άγχος και δεν αποφεύγεται η αποδιοργάνωση. Το μόνο που μένει είναι η έσχατη ταπείνωση του άλλου, δηλαδή ο θάνατός του. Εν προκειμένω η ναζιστική θεωρία, από την οποία τροφοδοτείται η φαντασίωση, έχει προβλέψει να προγράψει ένα τεράστιο μέρος των ανθρώπων ως υποψήφιους νεκρούς.

Η πράξη αυτή είναι εύκολη, αρκεί να μην έχει κανείς αναστολή. Ο ίδιος έχει φροντίσει να χωρίσει τον κόσμο σε δύο κατηγορίες. Στους απογόνους της εξαιρετικής φυλής των Αρίων και σε κάποιες ‘συγγενείς’ φυλές, οι οποίοι δικαιούνται και πρέπει να κυριαρχήσουν στην ανθρωπότητα  και όλων των άλλων ανθρώπων, οι οποίοι είναι σκουπίδια και στην καλλίτερη περίπτωση θα εργάζονται ψωμοζώντας για να υπηρετούν ως δούλοι τους Γερμανούς. Και φυσικά ο θάνατός τους δεν έχει καμία αξία. Τους εξοντώνουμε στους θαλάμους των αερίων με εντομοκτόνα, όπως τα έντομα. Έτσι λοιπόν ο Fuhrer έχει απαλλάξει τους πιστούς του της βάσης από τον διχασμό και τη σύγκρουση, δίνοντάς τους τη δυνατότητα του φόνου του άλλου σαν έσχατο σκαλοπάτι υποταγής και άρα πλήρους ανάθεσης σ’ αυτόν της δικής τους σύγκρουσης. Αυτή η λύση ήταν εξαιρετική και τελεσφόρος, δεδομένου ότι η βάση τότε ήταν άνθρωποι πρωτόγονοι και απαίδευτοι και όσο πιο πρωτόγονος είναι κανείς τόσο λιγότερο αντέχει τη σύγκρουση. Συγχρόνως όμως ο Fuhrer αναλαμβάνει όλη την ευθύνη για κάθε φόνο και επομένως και την ενοχή. Ο καθ’ ένας από τη βάση εναποθέτει την ενοχή του εκ των  προτέρων και εκ των υστέρων στα πόδια του. Και αυτός είναι ο φέρων τις αμαρτίες όλων. Έτσι λοιπόν όλοι έχουν απελευθερωθεί από κάθε ενοχή και επομένως αναστολή και μπορούν να κάνουν τα  πάντα. Έτσι  ο Fuhrer και οι συν αυτώ—για να μην τους ξεχνάμε και τους άλλους—άνοιξε το δρόμο για την αποενοχοποίηση, την αποδοχή και την δικαίωση του κακού και όλων των φονικών παρορμήσεων.

Αυτή η ανάλυση μπορεί να φανεί πολύ θεωρητική και να κατηγορηθεί ως κατασκευασμένη. Έρχεται όμως ο ίδιος ο Χίτλερ για να επιβεβαιώσει του λόγου το αληθές.  Στις 13 Ιουλίου του 1934 ο Χίτλερ ανακοίνωσε ότι τη Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών, δηλαδή κατά το τριήμερο των εκκαθαρίσεων των αρχηγών των μονάδων των SA εκτελέστηκαν 74 και αυτοκτόνησαν 3. Πολλοί ιστορικοί ανεβάζουν τον αριθμό των εκτελεσθέντων σε 400. Ο Χίτλερ δικαιολόγησε την πράξη του ως εξής: «Αν κάποιος με ρωτήσει γιατί δεν έστειλα τους συνωμότες στη δικαιοσύνη, ένα έχω να τους πω: Είμαι υπεύθυνος για τη μοίρα του γερμανικού λαού και γι’ αυτό έγινα ο υπέρτατος κριτής». Ο υπέρτατος κριτής είναι ο Θεός, ο οποίος κρίνει με  το υπέρτατο δίκαιό του. Είναι ο Θεός και όλοι είναι, όχι πια οι οπαδοί, αλλά οι πιστοί. Άρα δεν μπορεί να  κάνει λάθος σε ότι κρίνει, αποφασίζει και διατάσσει. Επομένως δεν υπάρχει χώρος για ενοχή, ούτε στον ίδιον, ούτε σ’ αυτόν που εκτελεί τις εντολές του.

Όμως από αυτή τη φοβερή υπόθεση της ενοχής δε γλυτώνει κανείς και τόσο εύκολα. Υπάρχει μια βαθύτερη σκοτεινή και ανεξέλεγκτη περιοχή όπου κατοικεί η  ενοχή. Άνθρωποι, οι οποίοι έχουν αποφασίσει να συμπεριλάβουν στη ζωή τους το φόνο, το γνωρίζουν αυτό πολύ καλά και έχουν προαποφασίσει την ποινή τους, δηλαδή το θάνατό τους. Όπως τα μέλη της Μαφίας. Λένε ότι οι Γερμανοί πολεμούσαν  όρθιοι. Δεν ξέρουμε πόσο αληθινή είναι αυτή η πληροφορία. Φαίνεται όμως ότι σε ένα βαθμό μπορεί και να συνέβαινε. Από εκεί προερχόταν και η ιδιαίτερα ορμητική και παράτολμη συμπεριφορά τους στον πόλεμο.

Την ίδια τύχη είχε και ο θεός-Χίτλερ. Αυτός καθώς έφερε τις αμαρτίες όλων, απάλυνε φαίνεται το δικό του άγχος με το να οδηγεί στο θάνατο τους δικούς του, τους στρατιώτες του. Άλλη πληροφορία ιστορικά υποστηριγμένη λέει ότι όταν άρχισε η υποχώρηση, οι στρατηγοί του του πρότειναν ‘να συμπτυχθούν’. Δεν τολμούσαν να πουν ‘να υποχωτήσουν’. Όχι, να προχωρήσετε… να σκοτωθούν όλοι…’, απαντούσε επιμένοντας ο θεός-Χίτλερ. Να φανταστούμε ότι μόνο στη μάχη του Κουρσκ, στη Ρωσία σκοτώθηκαν 500.000 Γερμανοί στρατιώτες, δηλαδή όλοι αυτοί που είδαμε να παρελαύνουν, δηλαδή 200.000, και άλλοι τόσοι και άλλοι μισοί από αυτούς. Την ώρα που χαμογελούσε χαιρετώντας τους στην ώρα της παρέλασης, προετοίμαζε και οργάνωνε το θάνατό τους. Ενώ συγχρόνως τους περιφρονούσε, ονομάζοντάς τους ‘μάζα’, για την οποία επεφύλασσε το τέλειο ψεύδος, όπως έλεγε, αλλά και την αγραμματοσύνη, αφού το καλύτερο δώρο που μπορεί κανείς να κάνει στη μάζα είναι η αγραμματοσύνη, όπως πάλι έλεγε. Μαζί με τα χαμόγελα και τις χειραψίες, τα ωραία λόγια, τα όνειρα της μεγάλης Γερμανίας, τα άπειρα λάβαρα και τις σημαίες, τις μπάντες και τη μουσική. Πίσω απ’ όλ’ αυτά ο Fuhrer, ο Αρχηγός και ο Οδηγός έβλεπε το Θάνατο να ακολουθεί την παρέλαση και του έκλεινε το μάτι.

Στην εποχή μας οι κληρονόμοι των τότε Ναζί είναι λίγοι μεν αλλά τον τελευταίο καιρό αυγατίζουν σε όλα τα μέρη του κόσμου και στην Ελλάδα. Οι της ελληνικής επικράτειας κατατάσσονται σε δύο βασικές κατηγορίες με υποομάδες μέσα σ’ αυτές. Μία κατηγορία είναι οι ιδαλγοί της θεωρίας  και του πνεύματος του Ναζισμού, οι οποίοι αναμασούν όλα τα θεωρητικά κατασκευάσματα της ναζιστικής ιδεολογίας, ενώ αποσιωπούν τα εγκλήματά τους  η προσπαθούν να τα δικαιολογήσουν. Φαίνεται να μην τους ενδιαφέρει η πράξη αλλά να τους αρκεί ο θεωρητικός μηρυκασμός των χιτλερικών απόψεων. Εκδοτικός εκπρόσωπος αυτής της κατηγορίας είναι οι εκδόσεις «Το Απολλώνειο Φως». Οι συγγραφείς αυτής της κατηγορίας ονομάζουν «Δούρειο Ίππο» την «ακροδεξιά», η οποία  ως πέμπτη φάλαγγα μολύνει την ‘καθαρότητα’ της ‘εθνικοκοινωνικής (αντί εθνικοσοσιαλιστικής) ιδεολογίας.6  Η δεύτερη  κατηγορία είναι όλοι όσοι συσπειρώνονται γύρω από τη Χρυσή Αυγή. Αυτοί πολύ λίγο ενδιαφέρονται για τη θεωρία και κρατούν απ’ αυτήν μόνο ό,τι εξυπηρετεί ψυχολογικά και ‘επικοινωνιακά’ τη φασιστική επιθετικότητα στην πράξη. Οι φυλετικές κατατάξεις σε ανθρώπους πρώτης και δεύτερης κατηγορίας βοηθά στην οργάνωση των στόχων. Οι μετανάστες, είναι η αδύνατη κατηγορία των ανθρώπων που κατοικούν γύρω μας και γίνονται εύκολο στόχαστρο των εγκληματικών(εντός και εκτός εισαγωγικών) βλέψεων και ορέξεων των μελών αυτής της κατηγορίας.  Αυτό είναι ένα ωμό περιτύλιγμα της επιθετικότητας, γιατί το γερμανικό ναζιστικό μοντέλο είχε το θεωρητικό επικάλυμμα της Αρίας φυλή, το οποίο θα μπορούσε σε ένα βαθμό να προσφέρει κάποια επιφανειακή και ανόητη δικαιολογία για το έγκλημα. Δεύτερο στόχαστρο είναι οι κομμουνιστές, αντιγράφοντας και εδώ το χιτλερικό μοντέλο, χωρίς όμως τώρα κανένα ειπωμένο λόγο γι’ αυτό. Αυτή η κατηγορία γενικά δεν έχει «λόγο», γιατί δεν έχει τι να πει. Υπακούει απλά τυφλά σε κάποια παρασκηνιακή και παρακρατική εξουσία η οποία θέλει να τους χρησιμοποιήσει για κάποιους δικούς της σκοπούς. Αυτά όλα γίνονται μέσα στο σκοτάδι, αφού οποιοδήποτε κακό δεν αντέχει το φως. Ενδιαφέρον είναι ότι και στην περίπτωση αυτή φαίνεται ότι η υποταγή είναι πλήρης και στο σημείο αυτό η αντιγραφή του χιτλερικού μοντέλου είναι επίσης πλήρης. Μόνο που στην εδώ περίπτωση δεν υπάρχει κανένα πρόσχημα, σαν κι αυτά που υπήρχαν τότε.

Να παραθέσω τώρα με δυο λόγια ένα περιστατικό. Βρέθηκα έξω από την καγκελόπορτα μιας εισόδου του μετρό σε μέρα απεργίας. Με πλησίασε κάποιος, που στεκόταν εκεί σαν κάτι να περίμενε, και με ρώτησε αν είμαι ενοχλημένος με τους απεργούς. Ήταν πολύ γυμνασμένος με  μαύρα ρούχα και μου θύμισε τους ανθρώπους για τους οποίους μιλάμε. Πιάσαμε κουβέντα, ήταν πολύ ευγενής και καλοπροαίρετος και κάποια στιγμή με ρώτησε αν γνωρίζω πόσοι είναι οι μετανάστες στην Ελλάδα.  Όταν του απάντησα, μου είπε: «Όχι, είναι εφτά εκατομμύρια. Ο ξάδερφός μου γνωρίζει κάποιους από την αστυνομία και εκείνοι του είπαν ότι είναι τόσοι» είπε, θα έλεγα με αφέλεια. «Μα τότε θα έπρεπε σε κάθε δέκα Έλληνες, που βλέπουμε στους δρόμους να βλέπουμε και εφτά μετανάστες», είπα εγώ. «Όχι, όχι, είναι σε γκέτο στην επαρχία» απάντησε, χωρίς να δείχνει ότι με κοροϊδεύει συνειδητά—πριν αρχίσει η συζήτηση για τα γκέτο. Με την πιο αυστηρή ψυχιατρική ματιά θα έλεγα ότι αυτός ο άνθρωπος είχε τη νοημοσύνη ενός μέσου ανθρώπου, δεν ήταν καθόλου ανόητος ή μικρονοϊκός, μολονότι αυτή κουβέντα του ήταν ανόητη. Η κατάργηση της λογικής και η μετακίνηση έξω από τα όρια της πραγματικότητας φαίνεται ότι είναι το αποτέλεσμα της απόλυτης υποταγής  στο λόγο ενός άλλου. Ενδιαφέρον είναι επίσης, ότι μ’ αυτόν τον άνθρωπο κάναμε μια πολύ φιλική συζήτηση, χωρίς αυτό να προέρχεται από πολιτικάντικη υποκρισία. Θα μπορούσε να έχει κανείς μια φιλική σχέση μαζί του. Ωστόσο, δεν θα ήταν απίθανο αν την επόμενη μέρα θα φορούσε μια κουκούλα, θα κρατούσε ένα ρόπαλο και θα χτυπούσε στο κεφάλι τους διαδηλωτές. Σκέφτηκα, ότι αυτός ο άνθρωπος ζει μέσα του  ένα τεράστιο σχίσμα,7 ανάμεσα σε δύο ‘ανθρώπους’. Αποτέλεσμα και αυτό σε ένα μεγάλο ποσοστό της απόλυτη υποταγής σε κάποιον εντολέα, ο οποίος τον χρησιμοποιεί. Φαίνεται λοιπόν ότι ένα μέρος των σημερινών νεοφασιστών είναι έτσι, σαν κι αυτόν. Φέρουν μέσα τους την ίδια ανάγκη της υποταγής, την ίδια αυτοϋποτίμηση, την ίδια σύγκρουση και την ίδια διέξοδο με την καταστροφή του κατωτέρου, όπως πριν περιγράψαμε. Οι άλλοι, οι ανώτεροι και μάλλον οι λιγότεροι, είναι οι εσωτερικά οργανωμένοι παγεροί εραστές των εντολέων αλλά και του εγκλήματος.

Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι η Χρυσή Αυγή στρατολογεί υποστηρικτές και ψηφοφόρους από ανθρώπους, οι οποίοι είτε δεν μπορούν να διαχειρισθούν τον τρόμο τους, οποιασδήποτε προέλευσης, είτε δεν μπορούν να διαχειρισθούν μέσα τους τις μεγάλες ποσότητες της οργής, που πλημμυρίζουν τον ψυχικό τους χώρο και καταφεύγουν στην αποενοχοποιημένη καταστροφικότητα προς τον άλλον. Αυτό που αλλού ονομάσαμε σύνδρομο του Κάιν ή αδελφοκτονία

Τελειώνοντας, πρέπει να αναφερθούμε στα μέτρα του κ. Χρυσοχοϊδη για τα προετοιμαζόμενα γκέτο των μεταναστών. Με το πρόσχημα της λύσης του προβλήματος των μεταναστών, ο εν λόγω υπουργός, βαθιά και κρυφά, συμβαδίζει με τις χιτλερικές και χρυσαυγίτικες απόψεις για τους δεύτερης κατηγορίας ανθρώπους. Είναι μάλλον αυτό που λέγαμε σε άλλο κείμενό μας, ότι κάποια στιγμή τα πράγματα αυτοαποκαλύπτονται μέσα από μια δική τους εσωτερική αναγκαιότητα.

1.    Ο γνωστός μεξικανός ζωγράφος Ντιέγκο Ριβέρα περιγράφει την εμπειρία   του από μια ομιλία του Χίτλερ στο Βερολίνο το 1928 και έξω από τα κεντρικά γραφεία του Κομμουνιστικού κόμματος. ΟΙ δύο φίλοι του στελέχη του ΚΚΓερμανίας γελούσαν μαζί του, τον ονόμαζαν ‘κλόουν’ και πίστευαν ότι σε λίγους μήνες δεν θα υπήρχε πια.(Από το My Art, my Life an autobiography, Dover, 1991).

2.    F. Nitzsche, O Άντίχριστος, Εκδ. ΚΑΚΤΟΣ, 1989, σελ. 148.

3.    Karl Jaspers, H Πάλη κατά του Ολοκληρωτισμού, ΛΩΤΟΣ, 2-3, 1971,            Μετ. Αχιλλέα Βαγενά.

4.    Αναφερόμαστε στο γνωστό δίστιχο: «Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει/τώρα π’ ανθίζουν τα κλαριά και βγάζ’ η γη χορτάρι.» Αναφέρεται ότι το είπε ο ίδιος ο ίδιος ο Αθ. Διάκος πριν τη θανάτωσή του. http://www.gnomikologikon.gr

5.    Ντιέγκο Ριβέρα, My Art, my Life an autobiography, Dover, 1991, στο «Μαρξιστική Σκέψη», τομ. 5. Εκδ. Πατάκη, 2012.

6.   Ιωάννης Χαραλαμπόπουλος, Εθνικοσοσιαλισμός και αρχαία Ελλάδα.    Εκδ.  Απολλώνειο Φως, (Το έτος έκδοσης μπορεί κανείς να το υποθέσει από την τιμή, που είναι τυπωμένη στο εξώφυλλο σε €).

7.  Προτιμούμε τη λέξη αυτή, γιατί διαφορετικά κινδυνεύουμε να προσκρούσουμε σε ψυχιατρικούς όρους, πράγμα που δεν θα ήταν το καλύτερο. Σημειώνουμε ότι δεν υπάρχει κλινική ψυχιατρική της κοινότητας ή της ομάδας ή της μάζας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΟΤΟΝΑΚΗΣ

Απρίλιος 2012

Email: gio.boton@gmail.com

BabY SaLOOn

Μαΐου 4, 2012

Η ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈

 ― Πα πα πα το παπάκι…

 ― Βρε καλώς το Βαγγελάκη, το μάγκα, το δερβίση, τον καραμπουζουκλή!

― Μπαμπά, τa ‘μαθες, πέτυχα…

 

 

― Βαγγελής, τα έκανες θαλασσά.

― Διατάξτε κύριε Συνταγματάρχα!

 

 

― Α, ρε Ελλάδα, μας κάνεις και γελάμε…

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΟΤΟΝΑΚΗΣ

Απρίλιος 2012

Email: gio.boton@gmail.com

Η ΥΒΡΙΣ

Απρίλιος 22, 2012

Η αρχαία έννοια της λέξης ‘ύβρις, είναι σήμερα ακαθόριστη έως άγνωστη, γιατί δεν υπάρχει μέσα στη σύγχρονη σκέψη των ανθρώπων, γενικά αλλά και των Ελλήνων, μολονότι η έννοια και η λέξη αυτή γεννήθηκε στον τόπο και στη γλώσσα τους. Κάποιοι όμως είτε γιατί έχουν διαβάσει είτε γιατί διαισθητικά την πλησιάζουν, αναφέρονται σωστά σ’ αυτήν κάποιες σπάνιες φορές. Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν εξοικειωμένοι με την έννοια αυτή, γιατί ήταν πολύ κοντά στους θεούς τους, στους οποίους άλλωστε απευθύνεται η πράξη της ύβρης. Οι αρχαίοι θεοί ήταν συμβολικές μορφές, οι οποίες ενσωμάτωναν στη θεϊκή τους ύπαρξη κάποιες ειδικές για κάθε έναν ανώτατες κοσμικές και ηθικές αρχές. Μολονότι όμως συμβολικές μορφές, υπήρχαν εν τούτοις ως ενδοψυχικές οντότητες με την καρτεσιανή έννοια σύμφωνα με την οποία ‘ο Θεός υπάρχει αφού ο άνθρωπος μπορεί να συλλάβει την ύπαρξή του.1,2 Δεν πρόκειται όμως εδώ να ασχοληθούμε θεωρητικά με την έννοια της ύβρης και των αρχαίων θεών. Να πούμε μόνο εδώ ότι η ύβρις άρχιζε όταν οι άνθρωποι με το λόγο ή την πράξη τους προσέβαλαν τους θεούς υψώνοντας τους εαυτούς του πάνω από αυτούς. Όταν έδιναν στην επιθυμία τους και στην εξ αυτής πράξη θεϊκά μεγέθη, υποκλέπτοντας απ’ τους θεούς την αξία το μέγεθος και την απολυτότητα την οποία εκείνοι ως θεοί κατείχαν∙ όταν ακόμα καταργούσαν κοσμικούς και ηθικούς νόμους, τους οποίους εκείνοι είχαν εγκαταστήσει στον κόσμο και έβαζαν στη θέση τους δικούς τους κανόνες και νόμους. Οι αρχαίοι θεοί τιμωρούσαν πολύ αυστηρά τους υβριστές. Αναφέρουμε συνοπτικά δυο παραδείγματα.

Όταν η Νιόβη έλεγε ότι τα  παιδιά της είναι πιο ωραία και πιο πολλά από τα παιδιά της Λητούς, δηλαδή την Άρτεμη και τον Απόλλωνα, τότε δίνει στα παιδιά της και στη συνέχεια στον εαυτό της ως μητέρας τους, την αξία της απόλυτης ομορφιάς, παίρνοντας από τους δύο θεούς την τελειότητα, που εκείνοι ως θεοί είχαν. Υψώνει δηλαδή τον εαυτό της στα ακραία όρια της έπαρσης και του ναρκισσισμού. Αυτό ήταν κατά τους αρχαίους ύβρις και η Νιόβη τιμωρήθηκε σκληρά. Ο Απόλλων και η Άρτεμις σκότωσαν τα δώδεκα παιδιά της Νιόβης. Αυτός ο φόνος πρέπει να κατανοηθεί ως η αναγκαία συνέπεια της ύβρης και συγχρόνως η απόδειξη ότι οι άνθρωποι είναι ατελείς και αδύναμοι αφού υπόκεινται στο θάνατο.

Ο Κρέων διέταξε να μη ταφεί το νεκρό σώμα του Πολυδεύκη, του γιου του Οιδίποδα, γιατί διέπραξε το έγκλημα να εκστρατεύσει εναντίον της πατρίδας του, της Θήβας. Διέταξε λοιπόν να εκτεθεί κάπου άταφο, βορά στα αγρίμια και στα όρνια. Αυτό ήταν αντίθετο με το θέλημα των θεών, οι οποίοι τιμούσαν τα σώματα των νεκρών και επιθυμούσαν να θάβονται με τις ταφικές τελετές, δίνοντας έτσι σ’ αυτούς ένα είδος αθανασίας μέσα στη μνήμη. Είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό που διαρκώς επαναλαμβάνεται στις χριστιανικές εκκλησίες, δηλαδή, το ‘αιωνία η μνήμη’.

Αυτή την τιμή την προσέφεραν οι θεοί ακόμα και για τους υβριστές. Η Νιόβη μεταμορφώθηκε από τον Δία σε βράχο. Ένας βράχος με μορφή γυναίκας στο βουνό Σίπυλο της Λυδίας από το οποίο όμως τα ‘δάκρυα’ της Νιόβης τρέχουν διαρκώς. Η διαταγή του Κρέοντα ήταν ύβρις προς την επιθυμία των  θεών. Η Αντιγόνη ανέλαβε να θάψει το νεκρό σώμα ρίχνοντας χώμα επάνω του, όχι μόνο γιατί ήταν αδελφή του, αλλά και για να συνταχθεί με την θέληση των θεών και για να αποκαταστήσει την κοσμική τάξη κατά την επιθυμία τους. Για την πράξη της αυτή τιμωρήθηκε από το Κρέοντα με θάνατο με την κατηγορία της παρακοής προς τους νόμους του ανώτατου άρχοντα, δηλαδή τους δικούς του. Λέει ο Κρέων: «Με πρόσβαλε ‘όταν καταπάτησε τους δικούς μου νόμους». Ενδιαφέρον είναι ότι ο Σοφοκλής βάζει στο στόμα του Κρέοντα  τις λέξει; υβρίζειν και νόμους(Αύτη δε υβρίζειν μεν τοτ’εξηπίστατο νόμους…). Ήταν λοιπόν ύβρις προς τον ίδιον η παρακοή προς τους νόμους τους οποίους εκείνος έθεσε και οι οποίοι ήταν αντίθετοι προς τους νόμους των θεών.  Άρα ο Κρέων υψώνει τον εαυτό του υπεράνω των θεών, αφού θεωρεί ως ύβρι την καταπάτηση των δικών του νόμων και όχι εκείνων των θεών. Ο Κρέων τιμωρήθηκε για την πράξη του αυτή με τον θάνατο τους γιου του Αίμωνα.

Ας έρθουμε τώρα στα σύγχρονα και τα δικά μας.

Πριν από κάποιο χρονικό διάστημα είχε ανακοινωθεί η πρόθεση της κυβέρνησης να επιβάλει νομοθετικά την αναγκαστική λήψη οργάνων από ανθρώπους που πέθαιναν. Χωρίς να έχει προηγηθεί η επιθυμία του θανόντος να παραχωρήσει τα όργανα του σώματός του. Έτσι λοιπόν οι  ιατρικές υπηρεσίες θα έχουν το δικαίωμα και την υποχρέωση να ορμούν στους άρτι νεκρούς, να τους κόβουν και να παίρνουν τα χρήσιμα για μεταμοσχεύσεις όργανά τους. Βέβαια ο σκοπός φαίνεται σπουδαίος. Αλλά το τονίζουμε ήδη από την αρχή ότι δεν είχαν ξεκινήσει πρώτα μια καμπάνια για να πείσουν τους πολίτες να γίνουν δότες οργάνων όταν ακόμα είναι ζωντανοί∙ και δεν το έχουν κάνει μέχρι τώρα. Αυτό μαρτυρεί ότι  οι εντόπιοι ιθύνοντες δεν πάσχουν και πολύ για κάποιους ανθρώπους, που θα πέθαιναν, αν δεν υπήρχε διαθέσιμο  αυτό ή εκείνο το όργανο.

Ας πάμε όμως λίγο πιο πέρα. Αν γυρίσουμε πίσω στη μυθολογία αλλά και στην ιστορία, και όχι μόνο την ελληνική, θα δούμε ότι σε όλο τον κόσμο τα σώματα των νεκρών ήταν άξια τιμής και σεβασμού από τους ζωντανούς. Θα δούμε ακόμα ότι η επιθυμία για το σώμα τους, για την τελετή της κηδείας τους και για την ταφή τους, των τώρα νεκρών και όταν ήταν ακόμη ζωντανοί, ήταν ιερή και απόλυτα σεβαστή από τους ζωντανούς. Κανείς δεν σκεφτόταν να την παραβιάσει. Ακόμα και στον πόλεμο οι αντίπαλοι σεβόταν τους νεκρούς των αντιπάλων και  επέτρεπαν στους ηττημένους  να μαζέψουν και να θάψουν τα σώματα των νεκρών τους. Η παραβίαση αυτών των αρχών θεωρείτο εσχάτη προσβολή, βαρβαρότητα και πολεμικό έγκλημα. Ήταν ένα είδος βεβήλωσης και προσβολής προς το νεκρό, και όνειδος προς τον ίδιον τον δράστη  αφού ο νεκρός βρίσκεται στην κατάσταση της απόλυτης αδυναμίας για να αμυνθεί.

Τελικά, αυτή η πρόταση συμβολικά ήταν ένα είδος ‘δεύτερου θανάτου’ αποτέλεσμα ενός φόνου. Η πράξη του φόνου δεν απευθύνεται στο νεκρό σώμα, αφού αυτό δεν καταλαβαίνει αλλά στη νοητική  και συναισθηματική αναφορά των ζωντανών στους νεκρούς. Συγχρόνως ήταν μήνυμα της απόλυτης εξουσίας, αφού αυτή έχει το δικαίωμα του φόνου έστω συμβολικά. Το νόημα αυτής της πράξης θα μπορούσαν με άλλα λόγια να το πουν ως εξής: «Εμείς καταργούμε τους παλιούς νόμους για τον σεβασμό των νεκρών και την επιθυμίας για το σώμα τους, όταν ήταν ακόμα ζωντανοί. Έτσι δεν ελέγχουμε μόνο εσάς τους ζωντανούς, αλλά και τους νεκρούς σας».

Την ιδέα αυτή μάλλον δεν την συνέλαβαν οι εντόπιοι άρχοντες, γιατί δεν φαίνεται να έχουν το απαιτούμενο μυαλό. Προφανώς είναι γέννημα κάποιων περισσότερο ‘σοφών’ και διεστραμμένων εγκεφάλων, ανθρώπων χολερικών στα υπόγεια των κέντρων εξουσίας. Το έργο το οποίο τους έχει ανατεθεί είναι να μελετούν τα ανθρώπινα πράγματα, να χρησιμοποιούν τις μέχρι τώρα γνώσεις με επίκεντρο εκείνες των κοινωνικών επιστημών και πιο πολύ εκείνες της ψυχολογίας και της ψυχανάλυσης και όχι μόνο της παλιομοδίτικης ψυχολογίας των μαζών, της βίας και της ναζιστικής προπαγάνδας. Η εντολή είναι να δημιουργούν νέες μεθόδους παρέμβασης στη ψυχή των ανθρώπων. Σκοπός αυτών των παρεμβάσεων είναι η μικροχειρουργική εγκατάσταση μέσα στις ψυχές των ανθρώπων  νέων ‘υποδοχέων’, οι οποίοι θα υποδέχονται, θα συνδέονται και θα κατακρατούν  διπλά μηνύματα που θα στέλνει η εξουσία της νέας τάξης. Από το διπλό μήνυμα η μία πλευρά είναι ορατή και απευθύνεται στον συνειδητό χώρο. Εμπεριέχει το καλό, το ευχάριστο, το εγωιστικό, το ελπιδοφόρο, το κοινωνικά υψηλό και γιατί όχι το ανθρώπινο. Ό,τι θα άρεσε σε έναν άνθρωπο της εποχής μας με την κουλτούρα, το ήθος και τις κοινωνικοπολιτικές αξίες, με τις οποίες έχει ήδη τραφεί. Η άλλη πλευρά περιέχει το αντίθετο μήνυμα, την ιδέα της ‘ευχάριστης’ υποταγής στην εξουσία με όλες τις παραμέτρους και τις παραλλαγές. Για να  μην μακρυγορούμε, επανερχόμαστε στο ήδη συζητημένο παράδειγμα. Η ιδέα της υποχρεωτικής παράδοσης των οργάνων του σώματος εμφανίζει μια καλή πλευρά. Ότι δίνοντας ένα όργανο μπορείς να σώσεις τη ζωή ενός ανθρώπου. Και ποιος θα είχε αντίρρηση, ότι πρέπει να δίνονται όργανα για να σώζονται ζωές. Η άλλη πλευρά είναι η απόλυτη και άνευ όρων παραβίαση του ηθικού νόμου για τον σεβασμό στο σώμα των νεκρών. Ότι δηλαδή καταργείται το αρχαίο και αναντίρρητο δικαίωμα του ανθρώπου να καθορίζει ο ίδιος το σώμα του μετά το θάνατό του. Αυτό, με άλλα λόγια σημαίνει, ότι η εξουσία ελέγχει όχι μόνο τους ζωντανούς αλλά και τους νεκρούς∙ ότι όχι μόνο η μοίρα των ζωντανών ανήκει σ’ αυτήν και μόνο αλλά και η έσχατη θέληση των νεκρών. Αυτό είναι το αόρατο μέρος του μηνύματος, το οποίο και προκαλεί ανατριχίλα. Το μήνυμα εγγράφεται ολόκληρο. Ο άνθρωπος βλέπει  την ορατή(συνειδητή) και καλή πλευρά. Συμφωνεί και την αποδέχεται. Μαζί όμως και χωρίς να το καταλαβαίνει(ασυνείδητα) αποδέχεται και την άλλη πλευρά, αφού και οι δύο πλευρές συνιστούν ένα μήνυμα, και ένα λόγο. Σκοπός αυτής της επιχείρησης των μηνυμάτων είναι, όπως είναι φανερό, η εγκατάσταση του κρυφού μηνύματος, αφού αυτό ενδιαφέρει. Επομένως το φανερό μήνυμα είναι μια ψευδής επικάλυψη  αναγκαία για να εγκατασταθεί η  κρυφή πλευρά του μηνύματος. Αν θέλουμε να αναφερθούμε στη ψυχιατρική θεωρία, η οποία υπόκειται σ’ αυτή τη μέθοδο, τότε θα αναφερθούμε σίγουρα στη θεωρία του Διπλού Δεσμού του Bateson.3 Στην ψυχιατρική της εφαρμογή, η χρήση του διπλού μηνύματος οδηγεί σε σύγχυση του υποκειμένου και όταν εκπέμπεται από τη μητέρα προς το μικρό παιδί οδηγεί συχνά σε ψύχωση.

Η εφαρμογή των παραπάνω φαίνεται στα όσα αισχρά και βέβηλα έγιναν είτε στα λόγια των πολιτικών είτε στις πράξεις των ΜΑΤ στον τόπο της τραγωδίας, στο χώμα που έπεσε νεκρός ο Δ. Χριστούλας. Τα υψηλότερα κλιμάκια των πολιτικών και των δημοσιογράφων έσπευσαν να τον ονομάσουν άρρωστο, δηλαδή, τρελό. Τα περιώνυμα ΜΑΤ χτύπησαν και σχεδόν ποδοπάτησαν μια κοπέλα δημοσιογράφο και παρά λίγο να σκοτώσουν τον γνωστό φωτορεπόρτερ στο ίδιο μέρος, εκεί που έπεσε ο νεκρός. Αν αυτό δεν είναι τυμβωρυχία, τότε τι είναι; Και φυσικά είναι, γιατί ήθελαν να έχουν οφέλη από τη χρησιμοποίηση του συμβολικά και νοητικά νεκρού του σώματος. Είναι λοιπόν ύβρις.

Την ίδια αθλιότητα έχει η συμπεριφορά των αρχών στο θέμα του θανάτου των δύο νεαρών πακιστανών. Οι δύο αυτοί νέοι άνθρωποι, ξένοι ως προς την Ελλάδα και διωκόμενοι απ’ αυτήν, έδωσαν με ηρωικό τρόπο τη ζωή τους για να σώσουν δύο Έλληνες, που ούτε καν γνώριζαν. Η «πατρίς ευγνωμονούσα»(τι λέει κι αυτή η ενοχλητική μας ιστορία), δεν είδε, δεν άκουσε, δεν άνοιξε το στόμα της να πει μια κουβέντα ευχαριστίας. Κι όχι μόνο αυτό αλλά δεν έδωσε ούτε ένα Ευρώ για τη διακομιδή των σορών τους στην πατρίδα τους. Όλα τα  έξοδα της μεταφοράς(6000 €) καλύφτηκαν από ιδιώτες.4 Η πολιτεία απουσίασε. Πρώτον και κύριον, γιατί θα έπρεπε να αφαιρέσει τα 6000 € από αυτά που εναποθέτει στο βωμό του ναού των αγορών. Δεύτερον,, γιατί δε γροικάει από τέτοια. Τρίτον, γιατί δεν έπρεπε να ‘μολύνει’ το προεκλογικό της προφίλ με κάποια ευνοϊκή πράξη προς τους μετανάστες. Έτσι λοιπόν θα  άφηνε να ταφούν τα δύο νεκρά σώματα σε μιαν άκρη κάποιου αθηναϊκού νεκροταφείου  για να χαθούν μέσα στην αιώνια λήθη.

Αν αυτό δεν είναι ύβρις, τότε τι είναι;

—————

1.    Ρενέ Ντεκαρτ, Στοχασμοί περί της πρώτης Φιλοσοφίας, Στοχασμός τέταρτος, Εκδ. ΕΚΡΕΜΕΣ, 2003.

2              Οι βυζαντινοί εκκλησιαστικοί συγγραφείς ενοχλούντο από  τους αρχαίους Θεούς γιατί τους εκλάμβαναν σαν πραγματικότητα καθ΄ εαυτή και όχι σαν πραγματικότητα, η οποία ενυπάρχει μέσα στη συμβολική της διάσταση και επομένως μέσα στο υποκείμενο.

3              G. Bateson, Mind and Nature,Hampton Press, 1972.

4.    Αντιγράφουμε από το κείμενο που μας έστειλε ο Niko Ago, ο οποίος ανέλαβε και έφερε εις πέρας το έργο της συλλογής των χρημάτων: «1500 € έδωσε ένα ζευγάρι από την Κρήτη,  50ο € οι Οικολόγοι Πράσινοι και ο Γ. Καμίνης από προσωπικά του χρήματα… Η ανταπόκριση του κόσμου, υπήρξε για μένα η πιο ευχάριστη έκπληξη που έχω δοκιμάσει εδώ και καιρό. Αρκετά μεμονωμένα άτομα κατέθεσαν από το υστέρημά τους κυριολεκτικά… Εκ μέρους των φίλων και συγγενών της οικογένειας έναν έναν ξεχωριστά και όλους μαζί, θέλω να ευχαριστήσω από καρδιάς όσους  συνέβαλαν, λίγο ή πολύ στην υπόθεση αυτή…».  Και καταλήγει σε Υ.Γ.: «Δεν γεννήθηκα ούτε Έλληνας, ούτε στην Ελλάδα. Η ενασχόληση με αυτό το θέμα και η ανταπόκριση των ανθρώπων για να βοηθήσουν, ακόμα μια φορά με δικαιώνουν και με κάνουν υπερήφανο για την επιλογή μου να επιλέξω την Ελλάδα για πατρίδα μου!»

Γιώργος Μποτονάκης

Απρίλης 2012

Email: gio.boton@gmail.com

Η γιορτή της Ελευθερίας

Μαρτίου 25, 2012

 

Guayasamin, «Ο βιολιστής» 1967

Σήμερα είναι η γιορτή όχι μόνο της απελευθέρωσης της Ελλάδας, αλλά και της ίδιας της Ελευθερίας. Τη γιορτάζουμε με όρους Χούντας         Έχουμε μιλήσει σε προηγούμενο κείμενό μας για την ανάγκη, η οποία υπάρχει μέσα στη δομή και τη φύση των πραγμάτων και η οποία αναγκαστικά αποκαλύπτει τον εαυτό της.

Οι σημερινοί κρατούντες λένε ότι ‘γιορτάζουν’ τη γιορτή της Ελευθερίας. Δεν μπορούν να τη γιορτάσουν παρά μόνο με όρους Χούντας. Έτσι υπαγορεύει η εσωτερική αναγκαιότητα, από την οποία δεν μπορούν να διαφύγουν.

Προβλέπουμε τις ενδεχόμενες ενστάσεις και απαντούμε προκαταβολικά.

  1.  Ήταν αναγκαία η λήψη των  μέτρων, ακόμα και η χρήση των ελεύθερων σκοπευτών, όχι μόνο για να αποφύγουμε έκτροπα αλλά και για να προλάβουμε πιθανή επίθεση ακόμα και εναντίον της ζωής των επισήμων.

–Μήπως αυτό σημαίνει ότι οι επίσημοι είναι τόσο αγαπητοί στον ελληνικό λαό, ώστε να θέλουν κάποιοι να τους σκοτώσουν και γι’ αυτό πρέπει να είναι στις θέσεις τους οι ελεύθεροι σκοπευτές για να τους προλάβουν;

2.         Ναι, αλλά πώς θα προλάβουμε έστω κάποιον, που θα ήθελε να κάνει ένα τέτοιο έγκλημα;

–Έχουμε μιλήσει και σε άλλο κείμενο για το ό,τι σε κάποιο  κρυφό θαλάμι της ψυχικής τους μηχανής στογγυλοκάθεται ο τρόμος και ο πανικός. Επομένως σωστά πάρθηκαν όλα τα αναγκαία μέτρα.

3.         Μα, δεν έπρεπε να γίνουν επεισόδια και να χαλάσουν την παρέλαση.

–Αφού τα επεισόδια είναι αναπόφευκτα, σημαίνει ότι υπάρχει σοβαρός λόγος. Επομένως το γελοίο και πρωτάκουστο φαινόμενο που είδαμε, να υπάρχουν δηλαδή μόνον οι επίσημοι, οι παρελαύνοντες και η αστυνομία είναι η αναγκαία συνέπεια της πολιτικής πραγματικότητας.

4.         Μα, θέλουν να δείξουν ότι είναι παρόντες και ισχυροί  και προ πάντων τώρα, που  έρχονται οι εκλογές. Λέει κάποιος άλλος.

–Ο μόνος τρόπος που ξέρουν να γιορτάζουν τη γιορτή της Ελευθερίας είναι η αστυνομοκρατία και η απειλή της βίας. Η μόνη γνώση του τι είναι η Ελευθερία και ο τρόμος μπροστά της.

5.         Ίσως ενώπιον των εκλογών θέλουν να φοβίσουν για πιθανή παρέμβαση ολοκληρωτικού τύπου, λέει κάποιος τρίτος, περισσότερο καχύποπτος.

–Αυτό δεν μπορεί να γίνει μολονότι μερικοί μπορούν να φλερτάρουν μ’ αυτή την ιδέα. Πρώτον γιατί η παγκόσμια διακυβέρνηση καθυστερεί, αφού ο διαπρύσιος ιεροκήρυκάς της ο ΓΑΠ δεν έχει ούτε σκαμνί να  κάτσει και  είναι καταδικασμένος να κάθεται επάνω  στα κύματα. Δεύτερον γιατί οι τελευταίοι συνταγματάρχες του 67 πέθαναν μόλις τα τελευταία χρόνια στη φυλακή. Τρίτον γιατί αν προωθηθούν παρεμβάσεις ολοκληρωτικού τύπου, τότε θα ξυπνήσουν ακόμα και οι Γερμανοί και οι Ολλανδοί και οι Φιλανδοί.

Γιώργος Μποτονάκης

Μάρτης 2012

Email: gio.boton@gmail.com

Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΥΣ ΙΙ

Μαρτίου 25, 2012

Ο ΠΑΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΨΕΥΔΟΣ

  Guayasamin, Σειρά “Στα χρόνια της οργής” Οι ένοχοι, Ο δικτάτωρ, 1964-67.

Όπως  όλοι διαπιστώσαμε από τις δημόσιες εμφανίσεις των αρχόντων μας, ο πανικός είναι φανερός στα υψηλά κλιμάκια της ελληνικής κυβέρνησης. Σε καθ έναν από τους εκπροσώπους, ο τρόπος με τον οποίον εκδηλώνεται ο πανικός είναι διαφορετικός, ανάλογα πάντα με τις ψυχικές του δομές και τις ψυχολογικές, πολιτικές και κοινωνικές του άμυνες. Ο λόγος τους είναι ένα μείγμα προβαλλόμενης παντοδυναμίας και υποκρυπτόμενου πανικού. Συχνά καταλήγει σε ένα ανόητο σύμφυρμα από ξύλινα τσιτάτα χιλιοειπωμένα, αυτά που οι ανώτατοι εντολείς έχουν ορίσει να επαναλαμβάνονται, γιατί πιστεύουν σ’ αυτό που ο Χίτλερ είχε πει—πάλι ξαναγυρίζουμε στον Χίτλερ: «Η δεκτικότητα των μεγάλων μαζών είναι πολύ περιορισμένη, η εξυπνάδα τους είναι μικρή, η δύναμή τους όμως να ξεχνούν είναι τεράστια….  Κάθε αποτελεσματική προπαγάνδα πρέπει να περιορίζεται σε πολύ λίγα σημεία και πρέπει να σφυροκοπάει αυτά τα συνθήματα μέχρις ότου και το τελευταίο μέλος του κοινού καταλάβει αυτό που θέλετε να καταλάβει…».1 Η επανάληψητων δοσμένων στερεοτύπων των αρχηγών είναι μια μορφή βίας, αφού επιχειρεί να διηθήσει το μυαλό όλων. Συγχρόνως επιχειρεί να δώσει και το ‘αίσθημα της ασφάλειας’, αφού ‘ένα είναι το κύριό μας μέλημα,η σωτηρία της πατρίδας.’

Ο κ. Βενιζέλος πετάει φωτιές από το στόμα του ως κινέζικος δράκων. Τα μάτια του πυροβολούν, ακριβώς για να δείξουν και να πείσουν για την ισχύ τους πρώτα τον εαυτό του και μετά τους άλλους ή πείθοντας τους άλλους να πείσουν και τον εαυτό του. Οι φωτιές είναι προφανώς αποτέλεσμα της επιστράτευσης όλων των ψυχοσωματικών δυνάμεων, όπως η ρύθμιση «πάσει δυνάμει» δίπλα στον καπετάνιο στα πλοία.

Ο φόβος η ενοχή και ο πανικός γενικότερα έχουν δύο τρόπους να ξεπερασθούν. Ή να ακυρωθεί η πρώτη επιλογή μέσα από ‘μετάνοια’—μετανοώ=νοώ μετά—ή ο σύγχρονος άρχων να εντείνει την εμπλοκή του μέσα στην επιλογή και στο δρόμο που επέλεξε και να εντείνει την αντεπίθεση εναντίον εκείνων οι οποίοι πλήττονται, υποφέρουν και συγχρόνως τον απειλούν. Γιατί πρέπει να εξουδετερώσει την αντεπίθεσή τους και έτσι να ακυρώσει τις συνέπειες, δηλαδή την ήττα του ή την ποινή, που ενδεχομένως έπεται2. Ο φόβος της ήττας και της ποινής φαίνεται ότι κατοικεί πάντα στο βάθος εκείνων οι οποίοι βλάπτουν άλλους, ανεξάρτητα από τις εγγυήσεις που φαίνονται να υπάρχουν, τις διαβεβαιώσεις που δίνονται και τις ψευδαισθητικές εισπράξεις της πραγματικότητας. Υπάρχει πολύ βαθειά στο ασυνείδητο και πρέπει να είναι από τα πιο πρωτόγονα δομικά στοιχεία του ψυχισμού. Η αναγκαστική πλέον λύση είναι το να ενταθεί η επίθεση προς αυτούς από τους οποίους πιθανόν θα προέλθει η ήττα και η ποινή, ώστε τελικά να εξουδετερωθούν πλήρως. Όταν εκείνοι εν τείνουν την επίθεση, τότε αυξάνει και ο φόβος για την αντεπίθεση. Έτσι ο επιτιθέμενος, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, έχει εμπλακεί στο φαύλο κύκλο, ο οποίος διαρκώς επαναλαμβάνεται. Η επανάληψη του φαύλου κύκλου οργανώνει τον πανικό.

Σε ακραίες μορφές βίας και αντικοινωνικής συμπεριφοράς βλέπουμε αυτό να ισχύει. Πχ. οι άνθρωποι της Μαφίας, για να λύσουν εσωτερικά αυτό το πρόβλημα έχουν προαποφασίσει το θάνατό τους, δηλαδή την ποινή. Μετά από αυτό μπορούν να είναι αδίστακτοι και άμεσοι στο έγκλημα. Δεύτερο παράδειγμα είναι οι Ναζί. Πίσω από τα ασύλληπτα και πρωτοφανή για την ανθρωπότητα εγκλήματα, κατά την άποψη του γράφοντος, πρέπει να κρύβεται σαν ένας παράγων του ακραίου εγκλήματος και η διαλεκτική του τρόμου. Ξεκινώντας με το έγκλημα, ο τρόμος για την αντεπίθεση και την εκδίκηση έρχεται αμέσως στο προσκήνιο. Για να αντιμετωπισθεί αυτός ο τρόμος πρέπει ο αντίπαλος να εξουδετερωθεί πλήρως. Από εκεί αρχίζει ξανά ο τρόμος, γιατί κάθε έγκλημα ανακυκλώνει τον τρόμο για την εκδίκηση και μετά ξανά ο φόνος για την εκμηδένιση του αντιπάλου . Ο φαύλος κύκλος ανατροφοδοτείται και ανεξαρτητοποιείται από κάθε άλλη ανθρώπινη συσχέτιση και φτάνει τελικά στη γνωστή φρίκη. Πολύ περισσότερο σε έναν πρωτόγονο ψυχισμό, που μπορεί να μετατρέπει το βίωμα του πανικού κατ’ ευθείαν σε πράξη. Ένα παράδειγμα από τη δική μας τρέχουσα πραγματικότητα αναδεικνύει έναν λόγο που διέφυγε από μία ρωγμή του ασυνείδητου. Αναφερόμαστε στη φράση του κ. Βενιζέλου, όταν απαντώντας σε βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, είπε σε ένα λόγο θυελλώδη και ασταμάτητο: «Εσείς θα μας κλείσετε στη φυλακή».

Δίπλα σ’ αυτόν τον φαύλο κύκλο λειτουργεί και ένας δεύτερος περισσότερο εξειδικευμένος και εξ ίσου σοβαρός. Κεντρικός άξονας αυτού του φαύλου κύκλου είναι η υποταγή. Η πλήρης υποταγή των εν λόγω εσωτερικών ηγετών στους εκ των έξω εντολείς αρχηγούς περιλαμβάνεται στην αρχική σύμβαση μαζί τους. Ανήκει στην αρχική τους επιλογή, και είναι αναγκαίος όρος για όλα τα επόμενα. Η πλήρης παράδοση κάθε προσωπικής ανεξαρτησίας σ’ αυτούς είναι μια εκούσια πράξη, η οποία έχει ‘υπογραφεί’  και από τις δύο πλευρές, σε χρόνο προηγούμενο από τα συμβαίνοντα. Κανείς δεν αμφιβάλλει γι’ αυτό, είναι πια κοινός τόπος, που λέγεται και γράφεται και ομολογείται. Εσωτερική συνέπεια της πλήρους υποταγής δεν μπορεί παρά να βιώνεται, και πάλι συνειδητά και ασυνείδητα, ένα τεράστιο πλήγμα κατά του ναρκισσισμού, ένας αυτοευνουχισμός και μια τεράστια ταπείνωση και κατακρήμνιση της αξιοπρέπειας. Είναι τα αναγκαία λύτρα για τα ανταλλάγματα, πχ. οικονομικά, πολιτικά, φιλοδοξίες εξουσίας, κλπ. Ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί αυτό το πλήγμα είναι  η αντίστροφη εφαρμογή στους κατώτερους της ταπείνωσης, του ψυχικού και υλικού ευνουχισμού, του πόνου και της προσβολής της αξιοπρέπειας. Οι κατώτεροι είναι οι εξουσιαζόμενοι δηλαδή ο λαός. Με άλλα λόγια επιφέρουν με τη βία στους κατωτέρους τους το ίδιο πλήγμα, το οποίο επέφεραν οι ίδιοι στον εαυτό τους και το οποίο θα το φέρουν μέσα τους εσαεί, όσο και αν θα προσπαθήσουν να κατασιγάσουν τη μνήμη. Δεν νομίζουμε ότι κάποιος από τους αναγνώστες θα έχει αντίρρηση μετά από την εμπειρία όλων στην εποχή μας, ότι είναι πια φανερή η επιθυμία τους για την υποταγή όλων των κάτω από αυτούς, ως υποτελών μιας κατακτημένης χώρας.

Αυτή η κλίμακα της υποταγής ξεκινά  βέβαια από τα ανώτερα και ανώτατα κλιμάκια, τα οποία έχουν την ίδια σχέση υποταγής με τους ανωτέρους τους σε διαδοχικά επίπεδα, μέχρις ότου φτάνουμε στους έσχατους αρχηγούς, στις λεγόμενες αγορές, τράπεζες, χρηματοπιστωτικά συστήματα, πολυεθνικές, κλπ. Οι άνθρωποι εκείνοι δεν υποτάσσονται σε κανέναν ανώτερο, αφού δεν υπάρχει κανένας ανώτερος. Σ’ αυτούς ‘πρέπει κάθε δόξα, τιμή και υπακοή’ γιατί ενέχουν θέση θεών μέσα  στη σύγχρονη παγκόσμια μεταφυσική και αξιακή κατάταξη. Στην πραγματικότητα αυτοί είναι απόλυτα υποταγμένοι στους ‘νεκρούς αριθμούς’.

Αυτή η διαδρομή δεν είναι ψυχρή. Προσφέρει ηδονή σ’ αυτούς που ταπεινώνουν τους κατώτερούς τους. Είναι η ηδονή της εκδίκησης. Ωστόσο όμως αυτό είναι ένα συναίσθημα, το οποίο πηγάζει και εκφράζει την ενόρμηση του θανάτου. Και ως συναίσθημα έχει μεγαλύτερη εσωτερική ισχύ. Η ευχαρίστηση λοιπόν προέρχεται από την εκδίκηση αλλά και από την ψευδαίσθηση, ‘ότι δεν είμαστε εμείς που υποτασσόμεθα, αλλά είστε εσείς’. Ωστόσο, όμως—κι αυτό είναι το πιο σκοτεινό και το πιο σημαντικό μέρος της διαλεκτικής της υποταγής—η υποταγή των κατωτέρων έρχεται αυτόματα να συναντηθεί νοητικά και συναισθηματικά, σαν όμοια και συγγενής συνθήκη, με το μέρος εκείνο του εαυτού τους, το οποίο έχει εξ αρχής υποταγεί πλήρως στους εντολείς. Αυτή είναι μια τραγική συνάντηση, γιατί προκαλεί την περιφρόνηση του ίδιου τους του εαυτού, όμοια με την περιφρόνηση, που αισθάνονται για τους υποταγμένους και πληγωμένους κατώτερούς τους. Προκαλεί ακόμα κατακρήμνιση του ιδεώδους του εγώ και ως εκ τούτου αφόρητη δυστυχία. Επομένως ο εαυτός εκείνος, που χαίρεται με την κακοποίηση και την υποταγή του άλλου, τείνει αναγκαστικά να ‘χαίρεται’ και συνακόλουθα να ταπεινώνει, να κακοποιεί και να εκδικείται τον ίδιο τον εαυτό για τη δική του δεδομένη και καθολική υποταγή. Η στροφή αυτή της επιθετικότητας προς τον εαυτό έχει σαν επακόλουθο μια μεγάλη ενδοψυχική σύγκρουση η οποία οδηγεί σε αδιέξοδο, παράγει άγχος και τελικά πανικό. Άλλοτε όμως οδηγεί σε ασυνείδητη αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, την οποία θα τη συζητήσουμε στη συνέχεια των παρατηρήσεών μας.

Τότε επιστρατεύονται κάποιοι ψυχολογικοί μηχανισμοί, σκοπός των οποίων είναι η εξουδετέρωση της εσωτερικής ταπεινωτικής σύγκρουσης. Αφού λοιπόν δεν υπάρχει οποιαδήποτε γνώση και συνείδηση της εσωτερικής πορείας, που παράγει την σύγκρουση, τότε ο μόνος τρόπος που απομένει είναι ότι πρέπει και πάλι να ενταθούν τα μέτρα της πίεσης των κατωτέρων για να συντριβεί η αντίστασή τους και επομένως η ενεργός παρουσία του ελεγκτικού τους λόγου. Γιατί οι κατώτεροι, όσο και αν καταπιέζονται, έχουν τη δυνατότητα της σκέψης και του ‘λόγου’, ο οποίος μπορεί να παραμείνει ελεύθερος κατέχοντας από τη φύση του, τη δυνατότητα της κρίσης και του ελέγχου∙ ο λόγος τους είναι ζωντανός, εκφράζεται με διάφορους τρόπους και αποκαλύπτει την υποταγή των  ανωτέρων. Τότε πρέπει να αυξηθούν τα πιεστικά μέτρα ώστε να επιτευχθεί η συντριβή τους και να σιγήσει ο λόγος τους. Όταν όμως εντείνονται τα πιεστικά μέτρα, τότε οι αναπαραστάσεις της υποταγής των άλλων(των αρχομένων) και εκ τούτου η ευχαρίστηση, κινητοποιούν και ξαναζωντανεύουν τις αναπαραστάσεις τους και τα συναισθήματά τους, δηλαδή, την περιφρόνηση και τη δυστυχία τους (των αρχόντων) εξ αιτίας όμως της δικής τους υποταγής. Έτσι οργανώνεται ο δεύτερος φαύλος κύκλος.

Αυτοί οι δύο φαύλοι κύκλοι είναι ατέρμονες.

Ο τρόμος και η εμπλοκή στους φαύλους κύκλους οδηγεί στη συνέχεια σε μια μορφή εξωπραγματικού και παραληρητικού λόγου και συμπεριφοράς, που συχνά βλέπουμε. Μια τέτοια εκτροπή ενέχει τη θέση συμπτώματος και σκοπό έχει να απαλύνει το άγχος και τον πανικό.

Όσο λοιπόν οι κατώτεροι καταπιέζονται, τόσο περισσότερο οι ανώτεροι ‘πείθονται’ οι ίδιοι, ότι δεν είναι ‘αυτοί που υποτάσσονται αλλά οι άλλοι, οι κατώτεροι και εξουσιαζόμενοι’. Και εκείνοι που πρέπει να φοβούνται είναι εκείνοι. Αυτό είναι ‘άρνηση’ και ‘προβολή’. Δύο κεντρικοί μηχανισμοί άμυνας κατά την ψυχανάλυση. Από το σημείο αυτό ξεκινά η άρνηση της πραγματικότητας από τους ανθρώπους αυτούς. Η άρνηση λοιπόν της αποδοχής των δεδομένων της κοινωνικής πραγματικότητας σε διάφορα επίπεδα είναι αναγκαία. Για να ‘δικαιωθεί’ όμως πολιτικά μια τέτοια στάση της εξουσίας, δηλαδή, η άρνηση των δεδομένων της κοινωνίας, η οποία στο μεγαλύτερο μέρος της δεν συμφωνεί μαζί τους, θα πρέπει να θεωρείται εκ των προτέρων δεδομένη μια συμπεριφορά της κοινωνίας όμοια με εκείνη που οι ίδιοι έχουν στο μυαλό τους η που επιθυμούν και η οποία περιτυλίγεται γύρω από τον άξονα της ιδέας της υποταγής. Ότι δηλαδή  ολόκληρη αυτή η κοινωνία λειτουργεί ως χειραγωγούμενη ‘μάζα’, που λειτουργεί με τους γνωστούς σ’ αυτούς κανόνες της υποταγής, πράγμα που σημαίνει ότι τελικά όλοι οι αντίπαλοι θα  υποταχθούν και θα είναι και ευχαριστημένοι. Μια φράση, η οποία μάλλον διέφυγε από το στόμα του κ. Χρυσοχοϊδη ήταν η εξής: «Τα μέτρα ήταν τόσο βαριά ώστε, αν ήταν κάποιος άλλος λαός στη θέση του ελληνικού, θα είχε εξεγερθεί». Αυτή ήταν η φράση, που ειπώθηκε. Αυτή που δεν ειπώθηκε προφανώς ήταν: «Εσείς δεν εξεγερθήκατε, άρα δεν είστε άξιοι να εξεγερθείτε. Άρα λοιπόν το μόνο που μπορείτε να κάνετε είναι να  υποταχτείτε». Αυτό κρύβει μια εξωπραγματική βεβαιότητα, ότι οι κανόνες της υποταγής, τους οποίους εμείς εφαρμόσαμε για τον εαυτό μας, υποχρεωτικά θα τους εφαρμόσετε και εσείς. Γιατί αυτός είναι νόμος του κόσμου. Άλλωστε η βεβαιότητα περί  αυτού προσφέρεται σε ασημένιο δίσκο  από τους  ανώτατους άρχοντες αυτοπροσώπως στους επόμενους στην κλίμακα. Αυτοί, ως κατέχοντες την ανώτατη εξουσία και εκ τούτου την ανώτατη γνώση, βεβαιώνουν ότι έτσι είναι η τάξη του κόσμου και ότι τα πράγματα δεν μπορούν να γίνουν αλλιώς. Με άλλα λόγια, ότι η κατάταξη σε αφέντες και δούλους είναι υποχρεωτική από την ανθρώπινη φύση με συνδετικό μεταξύ τους δεσμό την υποταγή των δούλων στους αφέντες3.

—————————-

1.  Α. Χίτλερ, Ο Αγών μου.

2. Ας μην ξεχνάμε, ότι οι πρώτες ποινές αρχίζουν να εμφανίζονται στον   oρίζοντα. Στην Ισλανδία δικάζεται ο πρώην πρωθυπουργός για αμέλεια.

3.  Το θέμα αυτό είναι αναγκαίο να συνεχισθεί και στο επόμενο κείμενο.

Γιώργος Μποτονάκης

Μάρτης 2012

Email: gio.boton@gmail.com

Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΥΣ Ι

Μαρτίου 13, 2012

ΣΧΟΛΙΟ  1.  Ο ΛΟΓΟΣ Η ΑΝΑΓΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΨΕΥΔΟΣ

Είχαμε σημειώσει και σε  προηγούμενο κείμενό μας ότι στις μέρες μας όλα κρίνονται ξανά και όλα αναθεωρούνται. Τώρα βλέπουμε  πιο καθαρά ότι όσο ο χρόνος περνά και οι εντάσεις κορυφώνονται, τόσο καθ’ ένας, απ’ αυτούς που παίζουν κάποιο ρόλο στα κοινά, ο ίδιος και το έργο του, ολοένα και περισσότερο φωτίζεται, αποκαλύπτεται και κρίνεται. Το ίδιο συμβαίνει και στα ίδια τα  πράγματα, στις ιδέες, στις ιδεολογίες και στις αξίες, όπως επίσης και στη σκέψη της χορείας των ανωνύμων, εκ των οποίων κάποιοι, λίγο ή περισσότερο αναθεωρούν τη δική τους συμμετοχή στα συμβαίνοντα.

Τα πάντα λοιπόν διαρκώς και άθελά τους αποκαλύπτουν το πρόσωπό τους, τις κρυφές διαθέσεις τους, τις διαστάσεις τους και τη δική τους κρυφή αλήθεια.

Επαναλαμβάνουμε αυτό που υποστηρίζεται μέσα και έξω από την Ελλάδα ότι βρισκόμαστε στη μέση του δρόμου προς μια σύγχρονη μορφή αποικιοκρατίας. Αυτό που σήμερα βλέπουμε ήταν ακόμα δυσδιάκριτο πριν από ένα χρόνο και σχεδόν αόρατο πριν από δύο χρόνια. Στην αρχή της βασιλείας των συγχρόνων αρχόντων, όλα φαινόταν να πηγαίνουν πολύ καλά. Ξεκινώντας από το χρήματα υπάρχουν, μετά στο χρήματα δεν υπάρχουν, μετά δεν θα μπούμε στο ΔΝΤ και μετά θα μπούμε στο ΔΝΤ και μετά στις ‘αθώες’ και ‘ειλικρινείς’ κουβέντες ‘διευθύνω μια χώρα διεφθαρμένων’ και για τους ‘τεμπέληδες  Έλληνες’. Κοντολογίς φτάσαμε στα μέσα της διαδρομής στην καταστροφή της χώρας και προχωρούμε με γρήγορους ρυθμούς στην εκποίησή της.

Στα παλαιότερα χρόνια οι αποικιοκράτες ήταν τουλάχιστον ειλικρινείς. Χρησιμοποιούσαν τη βία, τη φανερή εκμετάλλευση και τη δουλοκτητική λογική. Σήμερα, τα κέντρα της οικονομικής εξουσίας προσπαθούν να στήσουν την αυτοκρατορία τους χρησιμοποιώντας ως ακρογωνιαίο λίθο της δράσης τους το ψεύδος, το οποίο όμως αναγκαστικά αποκαλύπτεται.

Αυτή είναι μια διαδικασία με ενδογενή προέλευση και δυναμική. Δεν γίνεται επειδή κάποιοι το θέλουν και κάποιοι δεν το θέλουν. Συμβαίνει επειδή δεν μπορεί να συμβεί αλλιώς. Υπάρχει μια ενδογενής αναγκαιότητα, η οποία αφορά στις πράξεις καθ’ ενός, ο οποίος εγκρίνει, επιλέγει, και συμμετέχει στα γεγονότα και συνεπώς και στην εσωτερική δομή των ίδιων των καταστάσεων. Αν μιλούσαμε με όρους αρχαίους ελληνικούς θα λέγαμε ότι εγκρίνει και επιλέγει τον εσωτερικό ‘λόγο’ του κάθε πράγματος, εκείνον τον ιδιαίτερο  λόγο για κάθε τι, ο οποίος καθορίζει και προσδιορίζει την ύπαρξή του, τις διαδρομές του και την εξέλιξή του. Λέει ο Ηράκλειτος: ‘Αν και ο λόγος αυτός υπάρχει πάντα, οι άνθρωποι συμβαίνει να είναι ασύνετοι και πριν τον ακούσουν και αφού τον ακούσουν για πρώτη φορά∙  γιατί, ενώ τα πάντα έχουν γίνει σύμφωνα με αυτόν τον λόγο, οι άνθρωποι μοιάζουν να μην έχουν αυτήν την γνώση και εμπειρία…’1  Κατά τον Ηράκλειτο ο λόγος είναι μια ανωτάτη κοσμική αρχή σύμφωνα με την οποία έχουν γίνει και γίνονται τα πάντα. Με περισσότερο σημερινές λέξεις θα μιλούσαμε για  την αιτία, την ‘έλλογη αιτία’, σύμφωνα με την οποία γίνονται τα πάντα και η οποία κρύβεται πίσω από κάθε τι που συμβαίνει. Οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν επίσης και την ιδέα-λέξη ανάγκη ως επίσης ανωτάτη αρχή του κόσμου στην οποία και οι θεοί πείθονται. Την έννοια της ανάγκης μπορούμε να την κατανοήσουμε σαν υποχρεωτική συνέπεια του λόγου, ο οποίος καθώς είναι είναι συνεπής  με τον εαυτό του, ακολουθεί το δικό του δρόμο και δεν υπακούει σε καμία άλλη αρχή. Τέλος ο Ιωάννης στην εισαγωγή του τετάρτου ευαγγελίου  δίνει στο λόγο επί πλέον τη διάσταση του δημιουργού λέγοντας: ‘Πάντα δι’ αυτού (του λόγου) εγένετο και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν’2. Ο λόγος λοιπόν είναι δημιουργός, αλλά και εμπεριέχεται μέσα στα ίδια τα πράγματα και στα έμψυχα και στα άψυχα, όπως λέει ο Πλωτίνος.3

Επομένως αυτός ο ίδιος ο ‘λόγος’ δημιουργεί την υποχρεωτική εξέλιξη και άρα την ‘ανάγκη’. Η ανάγκη υπερσκελίζει τις προθέσεις των φορέων και αυτών που την υπηρετούν και θέλουν να την κρατήσουν κρυφή, μυστική και σκεπασμένη με χρωματιστά πλουμπίδια. Αποκαλύπτει η ίδια τον εαυτό της, γιατί δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Έτσι λοιπόν ο λόγος και η ανάγκη οδηγούν τα πράγματα, ας πούμε νομοτελιακά, προς την κατεύθυνση του αυτοορισμού τους και προς την ολοκλήρωσή την οποία ο ίδιος ο λόγος έχει ορίσει. Τελικά συμπαρασύρονται προς τα εκεί και αυτοί οι ίδιοι τι φορείς, έστω και αν αυτοί φοβούνται και αποφεύγουν την αποκάλυψή. Αυτό συνιστά την υποχρεωτική αποκάλυψη του ψεύδους γι’ αυτόν που βλέπει.

Αυτή τη θεωρητική τοποθέτηση βλέπουμε στην εφαρμογή της στην ελληνική πολιτική μέσα στον εικοστό αιώνα, κυρίως μετά τον πόλεμο. Στο προσκήνιο δεν ήταν μόνο οι αναγκαίες πολιτικές συμμαχίες και αν;αφερόμαστε στις2 συμμαχίες με τους ξένους. Ήταν και οι πολλές κρυφές ιδιοτελείς σχέσεις και εξαρτήσεις των ελλήνων πολιτικών, οι οποίοι με το πρόσχημα των συμμαχιών εξυπηρετούσαν τα ξένα και συγχρόνως τα δικά τους προσωπικά συμφέροντα. Μάλιστα ήταν τόσο συχνό και καθημερινό αυτό το φαινόμενο, ώστε είχε καταντήσει  αυτονόητο και γιατί όχι φυσικό. Αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι η ολοκλήρωση των παλαιοτέρων δομών.

Αν κοιτάξουμε τα σημερινά πολιτικά τεκταινόμενα θα βρούμε πολλά παραδείγματα. Εμείς θα επιλέξουμε δύο. Ένα τέτοιο λοιπόν ηχηρό παράδειγμα είναι η είσοδος του Κ. Βορίδη και του κ. Γεωργιάδη στη Ν. Δημοκρατία. Έγινε τόσο  απλά και αυτονόητα, σαν να προϋπήρχε κάποια συγγένεια, σαν να ήταν δύο μέλη μιας οικογένειας, που είχαν φύγει και τώρα επανήλθαν από την ξενιτιά και ξαναβρήκαν τις θέσεις τους μέσα σ’ αυτήν. Αυτό αποκαλύπτει μία αιτιακή σχέση της Ν. Δημοκρατίας και της ακροδεξιάς. Αποκαλύπτει συγχρόνως ότι  η Ν. Δ. ως κόμμα οδεύει προς την αποκάλυψη της εσωτερικής και κρυφής ομοιότητάς της με την ακροδεξιά, εν πολλοίς χωρίς τη συνειδητή συγκατάθεση πολλών μελών της, τα οποία δεν αναγνωρίζουν και δεν αποδέχονται πάντα αυτήν την εσωτερική και υποχρεωτική συγγένεια. Η ίδια συγγένεια είχε αποκαλυφθεί και πάλι σε παλαιότερες περιόδους κρίσης της μεταπολεμικής Ελλάδας, όταν η τότε ονομαζόμενη δεξιά εφάρμοζε πρακτικές, οι οποίες σήμερα μόνο ως ακροδεξιές και φασιστικές θα μπορούσαν να αναγνωρισθούν. Το ίδιο ισχύει και για το ΠΑΣΟΚ του οποίου οι παράλληλες συγγένειες  είναι ακόμα πιο ένοχες, γιατί αυτό είναι ονομασμένο και διεθνώς ως ‘σοσιαλιστικό’.

Άλλο παράδειγμα από την τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα:

Ο κ. Βενιζέλος και ο κ. Λοβέρδος είπαν ότι αν η Ν.Δ. έρθει πρώτο κόμμα, τότε το ΠΑΣΟΚ θα συνεργασθεί μαζί της για την ολοκλήρωση του προγράμματος… κλπ. Σήμερα, μετά από λίγες μέρες το λένε και άλλοι στο ΠΑΣΟΚ. Είναι ένα ξαφνικό και ακατανόητο φλερτ. Ξαφνιάζεται κανείς αν αναλογισθεί τις τέσσερις δεκαετίες που τα δύο αυτά κόμματα κονταροχτυπιούνται κατηγορώντας το ένα το άλλο για τα λάθη του και τις αντεθνικές, αντιλαϊκές κλπ. ενέργειές του. Φυσικά χωρίς αυτές τις δεκαετίες να έχει ακουσθεί ούτε μια καλή λέξη από το ένα κόμμα προς το άλλο. Τώρα λοιπόν για όλη αυτή την αντιπαλότητα και τις άπειρες διαφωνίες δεν ακούστηκε επίσης ούτε μια λέξη ούτε καν σαν πρόσχημα ούτε ένα χαμογελαστό αστείο. Η ‘ομοιότητα’ δεν είναι ούτε τυχαία ούτε το αποτέλεσμα κάποιων συγκυριών. Ανήκει στην εσωτερική δομή  και την ‘ανάγκη’ για την οποία μιλάμε, αποτέλεσμα των κοινών αξιών και του πολιτικού και ηθικού είδους των μετεχόντων. Πρόκειται λοιπόν για ένα αιμομικτικό φλερτ. Εκφράζεται με  μια ομολογία, η οποία με παιδική αφέλεια αποκαλύπτει την ομοιότητα και τον κοινό λόγο. Η παιδική αφέλεια προέρχεται πιθανόν από την εσωτερική ανάγκη των εν λόγω υπουργών να δηλώσουν αμέσως την υπακοή του καλού παιδιού στους πάτρωνές του ή από τη σύγχρονη πολιτική μεθοδολογία, να σερβίρονται δηλαδή τα πράγματα σιγά σιγά, ώστε να μπορεί ο νεοέλληνας να χωνέψει ακόμα και τις πέτρες, που σκοπεύουν να του σερβίρουν. Αλλά και αν ήταν περισσότερο ψύχραιμοι, τότε και πάλι η ίδια εσωτερική ανάγκη, μοιραία θα οδηγούσε κάποια στιγμή στην αυτονόητη σύμπραξη και επομένως στην αποκάλυψη. Τέλος, γίνεται ολοένα και περισσότερο φανερό ότι η κρίση  του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού είναι επίσης αποτέλεσμα αυτής της ανάγκης. Οι υπηρέτες και ωφελούμενοι από το σύστημα αυτό δεν μπορούν πια να σταματήσουν, γιατί η ξαμολυμένη αρπακτικότητά τους βρίσκει τώρα ανοιχτούς τους δρόμους και η ‘ανάγκη’ της αρπαγής δεν μπορεί να ελεγχθεί από καμία σοβαρότητα και καμία λογική και σέρνονται πίσω της ως δέσμιοι υπηρέτες της.

Αυτήν την ανάγκη δεν την καταλαβαίνουν, ούτε οι φορείς του συστήματος, ούτε οι αποδέκτες των κακών του. Αντίθετα οι πρώτοι στηρίζονται ασυνείδητα και συνειδητά στη φαντασίωση της οικονομικής τους παντοδυναμίας αλλά και στη δύναμη του ψεύδους. Οι ίδιοι προχωρούν σίγουροι και εκείνη(η ανάγκη) προχωρεί τον παράλληλο, αλλά το δικό της δρόμο∙ και αυτός φαίνεται ότι οδεύει από τις υπόγειες σήραγγες προς την επιφάνεια της γης και επομένως προς την αυτοαποκάλυψή του. Φαίνεται λοιπόν από τα ίδια τα πράγματα—και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό—ότι και η αποκάλυψή είναι συστατικό στοιχείο της ανάγκης ή με άλλα λόγια, η ανάγκη από τη φύση της οδηγεί προς την αλήθεια. Το ό,τι οι παραπάνω υπουργοί διατύπωσαν το αίτημα προς τη Ν.Δ. να δεχθεί τη στήριξή τους δεν ήταν μια παράξενη ιδιοτροπία τους. Ήταν η ανάγκη των εσωτερικών δομών και του κρυφού λόγου του συστήματος. Γι’ αυτό και ο κ. Σαμαράς, παρ’ όλες τις αντιπασοκικές κορώνες του, τελικά θα συνεργασθεί μαζί τους, όπως συνεργάζεται τώρα. Ποιος θα τόλεγε, πως αυτός ο γάμος ανάμεσα στα δύο κόμματα μέλλεται να συνεχισθεί. Ποιος θα τόλεγε ότι ο τεσσαρακονταετής πόλεμος τους ήταν μια αδελφική διαμάχη, για το ποιος θα κερδίσει την περιουσία του σπιτιού. Τώρα πια δεν υπάρχουν περιθώρια για πόλεμο των λόγων, για επιχειρήματα κόπιες και για χρωματιστά φλάμπουρα.

Η δομή λοιπόν αυτή είναι κρυφή για την τρέχουσα εμπειρία και σκέψη των ανθρώπων, όπως εκφράζει το παράπονο του Ηράκλειτου. Είναι κρυφή για δύο λόγους, Πρώτον γιατί οι άνθρωποι δεν είναι έτοιμοι ή δεν θέλουν να  την δουν και να την αναγνωρίσουν αλλά παρασύρονται από την παρόρμηση, την εμβαπτισμένη μέσα στη φαντασίωση της παντοδυναμίας εκείνων. Δεύτερον, γιατί κάθε δομή και σίγουρα η παρούσα, καλύπτεται από μια πυκνή ομίχλη οργανωμένου και ολοκληρωτικού ψεύδους. Έρχεται όμως μια στιγμή που το περικάλυμμα του ψεύδους δεν αντέχει στην απαίτηση της ανάγκης και υποχωρεί. Σήμερα ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι, ‘άπειροι’ κατά την έκφραση του Ηράκλειτου, αρχίζουν να σηκώνουν την άκρη του πολύχρωμου πέπλου. Βλέπουν την απάτη και αποκτούν ‘γνώση και εμπειρία’.

—————————

  1. Ηρακλείτου,  Αποσπ. 1, Η υπογράμμιση δική μας.
  2. Ιωαν. Κεφ. 1,  στ. 3.
  3. Πλωτίνος, ΕΝΝΕΑΣ  30, ΙΙΙ, 8, 2, 20-25.

Γιώργος Μποτονάκης

Μάρτης 2012

Email: gio.boton@gmail.com

Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΥΣ

Φεβρουαρίου 17, 2012

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΨΕΥΔΟΣ

Guayasamin, Série ‘Tα Χρόνια της Οργής’, Τα χέρια της κραυγής, 1963-65.

Όταν κάποιος ψεύδεται απευθύνεται σε κάποιον άλλον, τον οποίον προσπαθεί να πείσει για κάτι. Το ψεύδος λοιπόν είναι ένας λόγος, έστω και αν κάποιες φορές απευθύνεται στον ίδιον τον εαυτό. Γιατί τότε ένα μέρος του εαυτού μιλά και ένα άλλο μέρος του ακούει.

Ο ψευδής λόγος μεταφέρει μια πληροφορία ή καλύτερα μια γνώση στον άλλον, ο οποίος δεν την γνωρίζει. Αν ο άλλος γνωρίζει την αλήθεια ή την πραγματικότητα του πράγματος, τότε δεν μπορεί εύκολα να υπάρξει ψέμα Αν το αληθές το δούμε με μια περισσότερο αριστοτελική έννοια, σαν αυτό που είναι κατακυρωμένο στη γνώση μιας κοινότητας, τότε αυτή η έννοια πλησιάζει την έννοια του πραγματικού.

Το ψεύδος λοιπόν είναι μία μη αληθής πρόταση, η οποία  υποδύεται τη  γνώση του πραγματικού. Έτσι αλλάζει το είδος της εκάστοτε πραγματικότητας. Άρα το ψέμα ανήκει στην κατηγορία του λόγου και της γνώσης και μεταδίδει μια εμπρόθετα λανθασμένη γνώση, αντίθετη από εκείνη του είδους και της φύσης της πραγματικότητας και αν γίνει αποδεκτό, τότε την παραποιεί και την ανατρέπει.

Το ψέμα σαν γνώση εμπεριέχει συγχρόνως και τη γνώση της αλήθειας. Δηλαδή, αυτός που λέει ψέματα γνωρίζει ποια είναι η αλήθεια. Γιατί αν δεν την γνώριζε τότε ο λόγος του θα ήταν ίσως λανθασμένος αλλά όχι ψευδής.  Ο ψευδής λόγος λοιπόν είναι μια συνειδητή πράξη. Αν δεν ήταν συνειδητή δεν θα ήταν ψέμα. Οι ψυχολογικοί μηχανισμοί άμυνας από μία άποψη είναι ψυχολογικό ψέμα. Δεν εμπίπτει όμως στην κατηγορία του ψεύδους που ερευνούμε, ακριβώς γιατί δεν είναι συνειδητό γεγονός αλλά ασυνείδητο και κατά συνέπεια δεν έχει ηθικό νόημα, ενώ αντίθετα το συνειδητό ψεύδος έχει ηθικό νόημα, δηλαδή, είναι κακό.

Το ψεύδος, αλλάζοντας στο νου του άλλου  τη γνώση για την πραγματικότητα, αλλάξει τις σκέψεις του, την κριτική του δυνατότητα, τους τρόπους των αντιδράσεών του, τις πράξεις του και τη ζωή του. Έτσι ο ψευδόμενος μπορεί να χρησιμοποιήσει τον άλλον λιγότερο ή περισσότερο για δικό του όφελος ή μπορεί να τον οδηγήσει σε λάθος δρόμο, ή να τον οδηγήσει στην καταστροφή.

Το ψεύδος άλλοτε εμπεριέχει δύναμη και  άλλοτε είναι αδύνατο. Δυνατο είναι όταν ο άλλος δεν γνωρίζει και αδύνατο είναι όταν ο άλλος έχει γνώση του πράγματος, οπότε ο ψευδής λόγος εκπίπτει σαν ένα άχρηστο είδος. Είναι επίσης δυνατό, όταν αυτός που το εκφέρει έχει κύρος, το οποίο αποδέχεται αυτός που το προσλαμβάνει. Δύναμη επίσης έχει όταν αυτός που προσλαμβάνει τον ψευδή λόγο δε μπορεί να κρίνει ή δεν έχει εμπιστοσύνη στη δική του κρίση, αλλά περιμένει πάντα κάποιον άλλον να σκεφτεί και να  κρίνει για λογαριασμό του. Σε έναν άνθρωπο που ξέρει να κρίνει, ο ψευδής λόγος είναι πολύ αδύνατος και τρωτός. Το ψεύδος είναι επίσης δυνατό—και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό—όταν το περιεχόμενο του λόγου εναρμονίζεται με το προσωπικό μύθο του αποδέκτη, τις ψυχολογικές του άμυνες, και το αξιολογικό του σύστημα. Όταν αυτού του είδους λόγοι συντρέχουν, τότε το άτομο στον ψευδή λόγο βρίσκει ένα στέγαστρο για να στεγάσει τις προσωπικές του επιδιώξεις, παρορμήσεις η αξίες. Τότε γι’ αυτόν το ψεύδος αποκτά μεγάλη ισχύ, αφού υποστηρίζεται από την προσωπική επιθυμία. Η αποκάλυψή του είναι δύσκολη, γιατί συνεπάγεται άρνηση της επιθυμίας του και του εσωτερικού ισοδύναμου, το οποίο υπηρετείται με το ψεύδος αυτό. Αν αυτό το εσωτερικό ισοδύναμο είναι ασυνείδητο, τότε μπορεί αυτός ο άνθρωπος κάποτε να κατανοήσει την υποκείμενη δυναμική, να αναγνωρίσει το ψεύδος και να εναντιωθεί σ’ αυτό. Αν είναι συνειδητό, τότε το άτομο θα συμπλεύσει συνειδητά με το ψεύδος και η αλλαγή απαιτεί την παραίτηση από το σύστημα των  αξιών.

Καταλήγουμε λοιπόν ότι το ψεύδος περιλαμβάνεται μέσα στη διαλεκτική της γνώσης. Όσο περισσότερη γνώση υπάρχει στον ψευδόμενο, τόσο το ψεύδος είναι ισχυρότερο. Όσο η γνώση είναι μεγαλύτερη στον αποδέκτη τόσο ευκολότερα το αποκαλύπτει και  αυτό γίνεται ανίσχυρο,  ένα άχρηστο είδος κατάλληλο μόνο για τα σκουπίδια.

Τέλος καταλήγουμε σε ένα συμπέρασμα. Το ψεύδος συνιστά μια ανήθικη  μορφή εξουσίας, η οποία χρησιμοποιεί τη γνώση ή την έλλειψή της.

Για να υποστηρίξει κανείς τα δεδομένα αυτής της σύντομης θεωρητικής αναφοράς θα μπορούσε να αναφέρει χίλια παραδείγματα από τη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα. Ή μάλλον η συνολική πολιτική πραγματικότητα ξεκινά από ένα ψεύδος και διαρκώς ολοκληρώνει τις επιθυμητές συνέπειες των ψευδομένων. Το ψεύδος ολοκληρώνει τον εαυτό του. Γιατί αν κάτι ξεκινήσει ως ψεύδος είναι υποχρεωμένο να συνεχίσει ως ψεύδος, αφού αν αλλάξει και βάλει μέσα του στοιχεία αλήθειας, τότε θα αναιρέσει τον εαυτό του.

Θα φέρουμε ένα κεντρικό παράδειγμα.

Όλη η καταστροφή της Ελλάδας, που ζούμε σήμερα, στηρίζεται επάνω σε ένα ψεύδος. Ότι δηλαδή αν δεν ληφθούν όλα αυτά τα εξοντωτικά, φονικά και καταστροφικά μέτρα, τότε η Ελλάδα θα χρεοκοπήσει. Αυτό είχε ειπωθεί εκατομμύρια φορές και σε χιλιάδες γλωσσικές παραλλαγές. Βασική συνοδός φράση ήταν «για να σωθεί η Ελλάδα». Αυτός ήταν ο μονότονος αλλά κρίσιμος λόγος που έφτανε στα αυτιά του κόσμου. Συγχρόνως όμως τα ανώτερα και ανώτατα κλιμάκια γνώριζαν ότι η χρεοκοπία της Ελλάδας είναι προσχεδιασμένη. Εμείς την βλέπουμε να επέρχεται αργά αλλά σταθερά, βρίσκεται ήδη προ των πυλών και βέβαια με τα μέτρα του επόμενου Μνημονίου θα  ολοκληρωθεί. Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε μια συνειδητή και οργανωμένη πράξη—με ό,τι αυτή εμπεριέχει—η οποία κρύβεται πίσω από τη ψευδή φράση: «Να σώσουμε την Ελλάδα από την πτώχευση» Αυτό το ψεύδος έγινε σε μεγάλο βαθμό πιστευτό και εξακολουθούν πολλοί ακόμα να το πιστεύουν. Κι αυτό γιατί αγγίζει κάποια κρίσιμη πτυχή του σύγχρονου μεσοαστού και μικροαστού. Τον τρόμο του μπροστά σε κάποιες βασικές, θα λέγαμε πανανθρώπινες, ελλείψεις, πχ. ότι δεν θα μπορούσαμε να τρώμε, όπως τώρα, ότι δεν θα είχαμε βενζίνη να κινηθούμε όπως τώρα, κλπ. οι οποίες όμως όσο μεγάλες και αν είναι δεν σημαίνει ότι θα πεθαίναμε. Όταν ο άνθρωπος είναι κοντά στον εαυτό του η έλλειψη  οδηγεί στον έρωτα και στη δημιουργία. Όταν είναι μακριά από τον εαυτό του, τότε η έλλειψη αυτή μέσα στη φαντασία του ισοδυναμεί με θάνατο. Γι’ αυτό προσπαθεί να τη γεμίσει με δοσμένες ψευτοικανοποιήσεις και με τη χρήση καταναλωτικών αγαθών. Στις χειρότερες των περιπτώσεων καταφεύγει σε ουσίες ή και σε ψυχιατρικά συμπτώματα. Έτσι λοιπόν πολλοί από τους Έλληνες ‘άκουσαν’ το ψεύδος σαν αλήθεια. Εκείνοι που το είπαν ήξεραν ότι έτσι θα ακουσθεί, τουλάχιστον από ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, γιατί είχαν μελετήσει πολύ καλά, το τι ήθελαν να ακούσουν και τι φοβόταν ν’ ακούσουν οι άνθρωποι∙ και φαίνεται πως δεν είναι μόνο οι Έλληνες. Φαίνεται ότι το μέγιστο ποσοστό των Ελλήνων, οι οποίοι υποχωρούν στα προστάγματα του Μνημονίου και λένε: «μα τι να κάνουμε, να χρεοκοπήσουμε;» ανήκουν στην παραπάνω κατηγορία και τρέμουν το φάντασμα της έλλειψης.

Θα αναφέρουμε άλλο ένα παράδειγμα: Ακούσαμε τον πρόεδρο της Ισλανδίας—μιλώντας για την άρνησή του να υπογράψει τη μετάθεση του χρέους από την τράπεζα στο κράτος, δηλαδή, στο λαό—να περιγράφει τη θύελλα των αντιδράσεων, όχι μόνο από τους εκπροσώπους των αγορών αλλά και από όλους τους υπουργούς και βουλευτές. Ας δεχθούμε ότι κάποιοι ήταν συνεργάτες των αγορών και κάποιοι όχι—όπως ίσως και στην Ελλάδα. Αυτοί που δεν  ήταν συνεργάτες, αλλά ωστόσο διαμαρτυρόταν έχουμε το δικαίωμα να υποθέσουμε ότι είχαν πεισθεί στο ψεύδος, λόγω του αξιολογικού τους προσανατολισμού προς την εσχάτη των αξιών, που είναι το χρήμα και οι αγορές. Θα λέγαμε, προς το ‘θεϊκό μέγεθος’ του χρήματος και των αγορών, οι οποίες ούτε ψέματα λένε, ούτε λάθη κάνουν, ούτε επιδέχονται αντιρρήσεις.

Τα παραδείγματα είναι άπειρα, που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν την παραπάνω γενική και θεωρητική ανάλυση. Αλλά, ενώ η τέχνη είναι μακρά, δυστυχώς, όχι μόνο ο βίος, αλλά και ο χώρος στο διαδίκτυο είναι βραχύς.

Γιώργος Μποτονάκης

Μάρτης 2012

Email: gio.boton@gmail.com